28.2.06

Εγώ να βιάζομαι; Ποτέ!

Ήμουν στην οδό Βουλής και βιαζόμουν πολύ. Μόλις είχα εγκαταλείψει την πολύτιμη θέση μου στο πάρκινγκ και έκανα σαν τρελός, γιατί ως συνήθως είχα ξεκινήσει καθυστερημένος.
Έβαλα την ζώνη ασφαλείας μου και ήμουν έτοιμος για το ράλι. Δεν θα είχα κάνει ούτε 20 μέτρα, όταν το προπορευόμενο αυτοκίνητο, ένα ΟΡΕL της δεκαετίας του Ά70, σταμάτησε μπροστά μου.
Πάτησα το φρένο εκνευρισμένος.
Δεν κορνάρουμε, γιατί είμαστε πολιτισμένοι. Ετσι δεν είναι;
-Hρέμησε Μάνο! Θα ξεκινήσει. Σκέφτηκα.
Λάθος σκέψη.
Από το σταματημένο αυτοκίνητο βγήκε ?από την θέση του συνοδηγού- μια γιαγιά ... ολίγον ψωμωμένη, αλλά γιαγιά.
Αυτό παίρνει ώρα.
-Ηρέμησε Μάνο.
Με την βοήθεια του Θεού βγήκε η γιαγιά. Μόλις βγήκε ήταν η σειρά του οδηγού να βγεί.
Ο άνδρας της.
Ένας παππούς γύρω στα 80.
-Μα γιατί δεν ξεκινάει; σκέφτηκα.
Δεν ξεκινούσε γιατί έπρεπε να αδειάσει το πορτμπαγκάζ.
-Όχι, Θεέ μου.
Προφανώς είχαν πάει για ψώνια σε κάποιο super market. Το πορτ-μπαγκάζ ήταν τίγκα στις σακούλες, σε μπουκάλια εμφυαλωμένο νερό, σε κουτιά.
Η γιαγιά προσπάθησε να βοηθήσει.
-Κάτσε εσύ εκεί! της είπε ο παππούς και άρπαξε δυο τσάντες με τρόφιμα, τις άφησε στο πεζοδρόμιο, μετά άλλες δυο. Η γιαγιά έκανε να βοηθήσει...
-Κάτσε εκεί σου είπα Ελένη! της είπε ο παππούς. «Θα τα μεταφέρω εγώ.»
Το πόδι μου απομακρύνθηκε από το γκάζι....
-Ηρέμεισε! μου είπε το μέσα μου. δυο ηλικιωμένοι άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν στην πόλη-τέρας.
Μην κορνάρεις Μάνο!
Μπράβο αγόρι μου!
Ο παππούς συνέχισε να κουβαλά σακούλες και βαριά κιβώτια με νερό. Κάποια ευλογημένη στιγμή τέλειωσε.
-Θα ξεκινήσει! σκέφτηκα.
Πάλι λάθος ιδέα.
Ο παππούς έπρεπε να ξαποστάσει. Φυσικό ήταν.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου, που έκανε το ίδιο, και πόσο πολύ βιαζόταν για να μην κάνει τους άλλους να περιμένουν, αλλά πολύ γρήγορα λαχάνιαζε και ήθελε το ένα λεπτουδάκι του για να ξαποστάσει, όπως ακριβώς ο παπούς μπροστά μου!
-Αντε πήγαινε, παιδάκι μου! του είπε η γυναίκα του...
-Πάω! Ασε να πάρω μια ανάσα !
Πήγε σιγά-σιγά στην θέση του οδηγού ...
Γύρισε και με κοίταξε με απολογητικό βλέμμα.
Του έκανα νόημα!
-Δεν πειράζει! Δεν βιάζομαι!
Το παλιό OPEL ξεκίνησε αγκομαχώντας. Η γιαγιά έμεινε να φυλάει τα ψώνια, περνώντας μου χαμογέλασε, της χαμογέλασα κι εγώ.
Κοίταξα το ρολόι μου.
Αποκλειόταν να είμαι στην ώρα μου.
Ε, και;

27.2.06

H Μαλβίνα

Με πιάνει συχνά με την Μαλβίνα.
Με έχει ξαναπιάσει αυτές τις μέρες.
Την θυμάμαι και κλαίω. Την θυμάμαι και γελάω. Την θυμάμαι και αισιοδοξώ..
Όταν δούλευα στις εφημερίδες πάντα εύρισκα μια ευκαιρία να γράψω γιΆ αυτην. Οσο ζούσε (και τα διάβαζε) μου τηλεφωνούσε και μου έκανε απίστευτα κοπλιμέντα. Όταν έφυγε (οπότε έγραφα και συχνότερα) την έβλεπα στον ύπνο μου.
Την γνώριζα.
Είμασταν φίλοι. Γνωριστήκαμε πριν από πολλά χρόνια στο ιστoρικό La Minute στην 10ετία του Ά80. Ένα βράδι που την φλερτάριζε ένας φίλος μου, ο Γιάννης. ΜουΆχε κάνει φοβερή εντύπωση. Ένα της έλεγε-δέκα του απαντούσε. Εγώ δεν μιλούσα πολύ. Ισως εξ ενστίκτου.
Γίναμε φίλοι, γιατί -όπως μου είπε- διασκέδαζα με όσα έλεγε, όταν οι άλλοι πάγωναν.
Έχω περάσει ατέλειωτα βράδια στα δεκάδες σπίτια της να την ακούω να λέει απίστευτες ιστορίες. Ιστορίες που τις επαναλάμβανε, αλλά ποτέ δεν ήταν ίδιες. Μου'χει μαγειρέψει καταπληκτικά φαγητά από ψυγεία που δεν είχαν τίποτα μέσα.
Αμα σε γουστάριζε ήσουν βασιλιάς.
Αμα δεν σε γουστάριζε την είχες βάψει κανονικά.
Τους υποστήριζε τους ανθρώπους της. Μέχρι τελευταίας ρανίδας. Τους πολεμούσε τους εχθρούς της, μέχρι να τους βγάλει την ψυχή ανάποδα.
Τίποτε πάνω της και μέσα της δεν ήταν μέτριο.
Πιο πολύ την έζησα την εποχή που'χε πρωτο-ερωτευθεί τον Διονύση Χαριτόπουλο. Ξέρω φοβερές λεπτομέρειες γι'αυτον τον έρωτα, αλλά δεν σας τις λέω, γιατί έχω την υποψία ότι από εκεί ψηλά θα μου ρίξει φωτιά να με κάψει.
Ηταν όμως πολύ ερωτευμένη.
Αυτή η φοβερή γυναίκα καθόταν μέρες ολόκληρες σπίτι της μαζί με τους gay φίλους της, και του ... έπλεκε κάλτσες. Εβαζε φίλες της να της ρίχνουν τα χαρτιά και τους πέταγε όλους έκω από το σπίτι, όταν (αν) εκείνος της τηλεφωνούσε από το Καρπενήσι, όπου έγραφε το βιβλίο του για τον Αρη Βελουχιώτη.
Αμέσως μετά μαγείρευε σαν τρελλή, έβαζε τα φαγητά σε ασημένια σκέυη, καλούσε ταξί και πήγαινε στο Καρπενήσι για να τον ταϊσει.
-Δεν τρώει καλά εκεί και θα μου αδυνατίσει.
Και το βράδι ξανάπαιρνε ταξί και επέστρεφε για να μην τον ενοχλεί.
Την παρακολουθούσα και δεν το πίστευα.
Αυτή η φοβερή γυναίκα, με τις τόσες γνώσεις, με την τόσο άποψη, εκείνη που'χε εμπνεύσει χιλιάδες γυναίκες με τα κείμενα της στην «Γυναίκα», σπάραζε σαν την τελευταία κατίνα (της το'λεγα και πολύ το διασκέδαζε) για έναν άνδρα.
-Βρε συ είναι ρόλος; την ρωτούσα.
-Χαχαχαχα! Σκάσε βλαμένε!
-Τότε γιατί γελάς;
-Σκάσε, σου είπα. Πενθώ!
-Τι πενθείς;
-Τον έρωτα!
-Μα ο έρωτας είναι χαρά!
-Σταμάτα να λες τέτοια. Ο έρωτας είναι πένθος. Είναι κραυγή.
Ηταν γενναιόδωρη γυναίκα το Μαλβινάκι.
Κάποτε τόλμησα να πω πόσο πολύ μΆαρεσε ένα (πελώριο) φλιπεράκι πουΆχε στο σαλόνι της.
Απλώς ανέφερα ότι είναι ωραίο.
Και την άλλη μέρα το πρωί μου τοΆστειλε σπίτι. (Δυστυχώς δεν τοΆχω πιά!)
Ρουφούσε τις ιδέες που της άρεσαν και δεν είχε πρόβλημα να τις κάνει πράξη.
-Μωρέ ντύσου στρατηγός! της είπα ένα βράδι, λίγο πριν εμφανισθεί στο MEGA?. Και την επόμενη την είδα on camera ντυμένη Ναύαρχο.
Μιαν άλλη φορά:
-Μου πρότειναν από την «Φαντασία» να τραγουδήσω. Τι λες;
-Ούτε συζήτηση. Φυσικά και να πας.
-Ωραία. Ελα άυριο που θα΄χουμε πρόβα.
Πήγα στο σπίτι. Στην οδό Υψηλάντου. Εκείνη καθόταν στην Τσέστερφιλντ της ντυμένη (όπως πάντα) στα μαύρα, με τα πόδια σταυρωτά (όπως η Μελίνα) και απέναντι της στον καναπέ ο Κοσμάς (ο αδελφός του Μιχάλη Μενιδιάτη και ιδιοκτήτης του μαγαζιού), ένας μπουζουξής κι? εγώ.
Της είχαν δώσει ένα τετράδιο με τα λόγια εκατοντάδων τραγουδιών.
Κάτσαμε όλο το βράδι. Στις 8 το πρωί είμασταν ντίρλα κανονική. (Πού να σας τα λέω τώρα).
Όταν ο Κοσμάς της έλεγε:
-Πές το άλλη μια φορά, γιατί δεν το'χεις!... του έλεγε: «Καλά το είπα. Πάμε στο επόμενο.» Όταν της έλεγε: «Υπέροχα το είπες» απαντούσε: «Μπααα. Ας το ξαναπάμε!»
Την αγαπούσε πολύ ο Ακης Πάνου.
Ο πιο πέτρινος ανθρωπος (αν και ήμουν και είμαι μεγάααααλος θαυμαστής της μουσικής του) που γνωρισα πότέ. Ηταν ένα απόγευμα στο σπίτι του.
Δεν έξω ξαναδεί πιο δυσπρόσιτο και δύσροπο άνθρωπο στην ζωή μου. Λες και δεν υπήρχα. Την Μαλβίνα όμως την κοίταζε με βελούδινο βλέμμα. Ρούφαγε κάθε λέξη της, κάθε κίνησή της. Μπροστά της ήταν σαν παιδάκι.
Το βράδι θα πηγαίναμε να τον ακούσουμε στα «9/8» στην Λ. Αλεξάνδρας.
Μπήκαμε οι δυό μας με το αυτοκίνητό μου. Στον δρόμο της είπα:
-Δεν τον συμπάθησα καθόλου! μουρμούρησα.
-Δεν πάμε να τον παντρευτούμε. Να μας μαγέψει με την μουσική του πάμε.
Οντως δεν τον παντρευτήκαμε.
Όταν αρρώστησε η Μαλβίνα, το έμαθα, αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω.
Μου τηλεφωνούσε τα βράδια και μιλάγαμε με τις ώρες. Βασικά κουτσομπολεύαμε. Είμαι σίγουρος ότι φοβόταν τρο-με-ρά. Δεν μου είπε ποτέ λέξη για την αρρώστια της. Ξαφνικά χάθηκε.
Είχε μπει στο Νοσοκομείο.
Της τηλεφώνησα, αλλά δεν σήκωσε ποτέ το τηλέφωνο.
Τις λεπτομέρειες για εκείνες τις τελευταίες μέρες της ζωής της, μου της είπε ο Διονύσης.
Δεν σας τις μεταφέρω γιατί είναι η προίκα του.
Πήγα στην κηδεία της και έκλαψα κάτω άπό ένα κυπαρίσι.
Εκλαψα για πολλά πράγματα εκείνο το μεσημέρι.
Μετά πήγαμε με τον παλιό μου συμμαθητή, τον Σταμάτη Κραουνάκη, και ήπιαμε καφέ. Είπαμε ιστορίες για την Μαλβίνα. Γελάσαμε πολύ. Πάρα πολύ.
Γελούσαμε χωρίς τύψεις. Γελούσα με την καρδιά μου. Με όλο μου το είναι? ή μάλλον με το 99% του «είναι μου» (έτσι θα τοΆθελε)? καθώς το υπόλοιπο 1% μου έμεινε από τότε πέτρινο.
Θα σας ξαναπώ για την Μαλβίνα.
Όταν με ξαναπιάσει.
Σύντομα.

(Συμπαθάτε με για τις σκόρπιες ιδέες, αλλά έτσι μου 'ρχεται. Με έμαθε άλλωστε ότι το "ετσι μου'ρχεται" είναι θείο δώρο.)

25.2.06

Θέλω να πάω σπίτι μου!


Είναι 3 το πρωί Παρασκευής και κάτω από το μπαλκόνι μου γίνεται φασαρία.
Κάποιοι τσακώνονται.
Βγαίνω να δω.

Ενα ζευγαράκι έχει κάποια διαφωνία.
Κλείνω τα φώτα για να μην με πάρουν είδηση.
Τους κοιτάω.
Καρα-σύγχρονα παιδιά, γύρω στα 20, ντυμένα σύμφωνα με την εποχή τους, με τα σκουλαρίκια τους, με τα χαϊμαλιά τους, με τα τατού τους, με τα περίεργα κουρέματα.
Εχουν βγεί από το γειτονικό club και τσακώνονται.
Τσακώνονται γιΆ αυτο που τσακώνεται ο κόσμος εδώ και αιώνες:
Η πιτσιρίκα είχε «παίξει» με κάποιον άλλον.
-Γιατί το κάνεις αυτό; έλεγε ο νεαρός.
-Παράτα μας!
-Λέγε ρε, γιατί το κάνεις αυτό;
-........

-Θα μου πεις;
-Θέλω να πάω σπίτι μου!
-Θα σε σκοτώσω!
-Θέλω να πάω σπίτι μου!
(Κτυπάει το κινητό του νεαρού)
-Ελα ρε... εντάξει είμαστε.... γειά. (κλείνει το κινητό) Είσαι γελοία!
-Θέλω να πάω σπίτι μου!
Ο νεαρός πιάνει τον καρπό του και τραβάει ένα βραχιολάκι... Σπάει... οι μικρές πολύχρωμες χάντρες σκορπίζουν στο πεζοδρόμιο. Ο νεαρός τις πατάει με μανία....
Η κοπέλα κάνει κάτι που μοιάζει με απελπισμένη κίνηση διάσωσης χανδρών.
-Δεν το θέλω το δώρο σου! φωνάζει το παλλικάρι.

Η μικρή βγάζει έναν λυγμό.
-Πες μου, γιατί τοΆκανες αυτό;
-Θέλω να πάω σπίτι μου.
Την πιάνει από το λαιμό.
-ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ! σου είπα.

Η κοπέλα προσπαθεί να ξεφύγει και κλωτσάει.
-ΣΆ αγαπάω ρε, το καταλαβαίνεις; επιμένει εκείνος.
-Γκουχ-γκουχ! αντε φύγε ρε μαλάκα!
Ο νεαρός απομακρύνεται 2-3 μέτρα....
Επιστρέφει..

-Καλά μου λέγανε να μην μπλέξω μαζί σου....
-.....
-Θα μου πεις γιατί τοΆκανες αυτό;
-Θέλω να πάω σπίτι μου!

Ο νεαρός ρίχνει μια κλωτσιά σε έναν κάδο απορρίμάτων και φεύγει. Κτυπάει το κινητό του.
-Ερχομαι, ρε μαλάκα σου είπα.
Η μικρή κάθεται στο κεφαλόσκαλο μου και την ακούω να κλαίει σιγανά.
Μπαίνω στο σαλόνι μου και κουφώνω τα παράθυρα. Κάθομαι στο υπολογιστή μου να γράψω. Πέρνάει η ώρα χωρίς να το καταλάβω. Είναι περίπου 4.30 όταν ξανακούω θύρυβο.

Είναι πάλι οι δυό τους.
Κάτι ψάχνουν στο ημίφως του πεζοδρομίου....
-Ελα πάμε να φύγουμε. Δεν τις βρίσκουμε τις χάνδρες! θα σου πάρω άλλο!

(Φιλί)
-Σάγαπώ!

-Κι εγώ!
Κλείνω την μπαλκονόπορτα, κλείνω τον υπολογιστή. Κλείνω τα φώτα. Ολα είναι όπως τα 'ξεραμε. Τίποτε δεν έχει αλλάξει σΆαυτη τη ζωή!

Ωραία!

24.2.06

Η Ξανθή!!!

Η φίλη μου η Ξανθή είναι από τις αγαπημένες μου.
Είναι καινούργια φίλη μου και γιΆ αυτό είναι περίεργο που είναι από τις αγαπημένες μου.
Eντελώς refreshing όμως.
Κάθε μέρα που πάω στην δουλειά βάζω το κεφάλι μου στο γιαλί δίπλα από την πόρτα του γραφείου της και της κάνω νόημα «καλημέρα».
Η Ξανθή είναι ο άνθρωπος του διευθυντή προς τον έξω κόσμο.
Είναι γελαστή, είναι πολύ όμορφη, αλλά πάνω από όλα είναι δροσερή και ποοοοοοοολύ ευγενική.
Δεν μ' αρέσουν τα γραφεία γιατί μοιάζουν με φυλακή.
Στην δουλειά πηγαίνω μόνο για τους ανθρώπους και εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια, αρνούμαι να έχω γραφείο. Το καλό είναι ότι το ξέρουν και οι υπόλοιποι και δεν με υπολογίζουν όταν μοιράζουν γραφεία.

-Πού είναι ο Αντώναρος;
-Κάπου εδώ. Τον είδα προ ολίγου.
Μιλάμε για την απόλυτη ελευθερία?. Ενώ αν είχα γραφείο θα καθόντουσαν μπάστακες να με περιμένουν μέχρι να επιστρέψω? και διάολε, εμένα δεν μΆ αρέσουν ούτε οι μπάστακες και πολύ περισσότερο οι επιστροφές.
Όταν έχω κέφι φτιάχνω στην Ξανθή σκιτσάκια, που πάντα έχουν ηρωίδα την ίδια και εκείνη -ώ του θαύματος- τα κολλάει στο παράθυρο δίπλα της.
Μιλάμε για απίστευτη τιμή προς τον? (ψωνάρα) καλλιτέχνη.
Διαβάζει το blog μου, της λέω ιστορίες και αμπελοφιλοσοφίες, με ακούει προσεκτικά και μου δίνει νερό, όταν φτάνει η ώρα να πάρω το χάπι μου και δεν υπάρχουν πλαστικά ποτηράκια στην αίθουσα. Αστε που όταν έκανε (πολύ αποτελεσματική) δίαιτα δεν την έψησα να φάει ούτε ένα τόσο δα γλυκουλάκι.
Τώρα ετοιμάζεται να παντρευτεί.
Μπήκα λοιπόν προχθές στο γραφείο της και της είπα σοβαρά-σοβαρά:
-Ακου να δεις! Θα παντρευθείς είτε για έναν χρόνο είτε για πενήντα.
Με κοίταξε έκπληκτη:
-Γιατί το λέτε; ( Ο πληθυντικός της μοιάζει με γάργαρο ενικό φίλου)
-Επειδή δεν κατάλαβα ποτέ τους ανθρώπους που χωρίζουν μετά από π.χ. 15 χρόνια. Αυτά τα πράγματα ή διαρκούν λίγο ή για πάντα? οι μεσοβέζικες καταστάσεις προκαλούν μόνο στεναχώρια και δυστυχία.
-Δεν το' χα σκεφτεί. Μου φαίνεται ότι έχετε δίκιο.
Tην ζύγισα, αν θέλει να μου φέρει στο κεφάλι το πλήκτρολόγιο. Δεν ήθελε.
Ευτυχώς δηλαδή, γιατί θα έπρεπε να πηγαίνω στη δουλειά με παγούρι.

Πρρρρρρρρρρ!



Γερνάει η γάτα μου.
Η Μινού!
Προχθές πήγε να πηδήσει από τον έναν καναπέ στον άλλον ?μισό μέτρο απόσταση- και έπεσε στο ενδιάμεσο.
Μου έκανε εντύπωση.
Εσκυψα και την κοίταξα με ανησυχία. Ηταν μια χαρά. Μου΄κανε πρρρρρ-πρρρρρ ευτυχισμένη... την χάίδεψα τη μουσούδα... με έζμπρωξε με το κεφαλάκι της γουργουρίζοντας... είναι ο κωδικάς μας...
O κώδικας τη αγάπης μας.
Ζούμε μαζί εδώ και 17 χρόνια. Κάθε μέρα... Είναι ήδη μεγάλη... πολύ μεγάλη... και ευτυχώς μια χαρά στην υγεία της... γερνάει όμως...και όσο γερνάει τόσο πιο πολύ με αγαπά... το ίδιο κι εγώ.
Οταν έρχονται άνθρωποι σπίτι πηγαίνει και τους κωλοτρίβεται για να την χαϊδέψουν και εκεί που το απολαμβάνει... ένα νεύμα μου χρειάζεται μόνο για να τρέξει σαν τρελλή δίπλα μου...
Την αγαπώ πολύ.
Εχω ζήσει το 1/3 της ζωής μου μαζί της...
Δεν μου έχει χαλάσει ποτέ χατήρι... δεν μου έχει κάνει ποτέ ζημιά και το μόνο που θέλει είναι να κοιμάται τα βράδια στα πόδια μου. Δεν κλέβει φαγητό... δεν ρίχνει πράγματα όταν θυμώνει... έχει γίνει τουλάχιστον 5 φορές μάνα και έχει ζήσει με όλων των ειδών τα σκυλιά και γατιά....
Με ακολούθησε χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί στην αλυσίδα των σπιτιων που κατα καιρούς νοίκιαζα... και όταν κουβεντιάζουμε χαλαρά τα βράδια με τη γυναίκα μου... τσουπ...τσουπ έρχεται για να κάτσει αναμεσά μας... ?Γειά σας παιδιά... τί νέα; Ήρθα και έγω... πρρρρρ-πρρρρρρρ.....?
Για γάτα κάνει απίθανα πράγματα:
Ακούει το ονομά της... κάθεται άμα της πεις να κάτσει... έρχεται άμα τη φωνάξεις και καταλαβαίνει τί σημαίνει «μη?? Φυσικά καταλαβαίνει την ένταση, την χαρά, την λύπη και τους αγαπημένους της ?προφανώς και μένα- από χιλιόμετρα μακρυά...
Δεν τρώει ψάρια.. δεν πίνει γάλα...και κάθεται σχετικά ήσυχα να την κτενίσεις...
Για πολλά χρόνια ήταν το αλάθητο μέτρο για να καταλαβαίνω τους ανθρώπους... Οποτε η Μινού σνόμπαρε κόσμο... είχε απόλυτο δίκιο... δεν το κατάλαβα από την αρχή, αλλά επέμεινε μέχρι να αντιληφθώ τί ήθελε να μου πει...
Τώρα πιά... έχει αφήσει το «σκανάρισμα» των προθέσεων των ξένων στον μικρό γατούλι ... τον Πέρση... που όμως είναι αχλαμπούχλας και δεν μπορώ να ερμηνεύσω ακόμα τα μηνύματά του....
Ανησύχησα πολύ που την είδα να αποτυγχάνει στον πήδο από τον έναν καναπέ στον άλλο... Σκέφτηκα αστραπιαία πόσα έχουμε περάσει μαζί... Μου οφείλει μόνο ένα πιάτο φαγητό, νεράκι και στέγη... κι εγώ της οφείλω ατέλειωτες ώρες παρέας στην εποχή της μοναχικότητάς μου... της οφείλω εξομολογήσεις για πράγματα που δεν έχω πει ποτέ σε κανέναν... της οφείλω την αφωσιώσή της... δεν με πρόδωσε ποτέ... ακόμα και όταν ήταν μάνα... ήμουν ο μόνος που με άφηνε να πιάνω στις χούφτες μου τα μικρά της...
Υπήρξε και είναι μούσα και έμπνευση σε πολλά κείμενά μου...
Νοίκιαζα πάντα μεγάλα σπίτια...αν και δεν το χρειαζόμουν... ακόμα και σε εποχές που τα οικονομικά μου δεν ήταν καλά... για να έχει χώρο να κινείται η Μινού.
Κοντά της έμαθα να αγαπώ και να σέβομαι τις γάτες, γιατί μέχρι την εμφάνιση της στη ζωή μου, είχα σχέση μόνο με σκύλους?. Με τη Μινού ερωτεύτηκα το είδος της.
Το ανάλφρο της γάτας είναι ανατικατάστατο...
Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια και όμως δεν έκανε ποτέ ούτε μία αηδία... Ποτέ δεν έκανε κάτι που θα μπορούσε να με εκνευρίσει ή να με στεναχωρέσει...
Γερνάει η γατούλα μου....
Δυστυχώς γερνάει... όπως όλοι κι όλα άλλωστε.
Μινού, πού είσαι;
Πρρρρρρ-πρρρρρρρρ! Εδώ!

23.2.06

Η πιό δύσκολη στιγμή

-Ποιο είναι το πιο δύσκολο πράγμα που έχεις κάνει ποτέ; με ρώτησαν κάποτε.
Έμεινα σκεφτικός, γιατί στις απλές ερωτήσεις, αντιστοιχούν (συνήθως) οι πιο δύσκολες απαντήσεις.
-Ηταν τότε που πέθανε ο πατέρας σου; ήρθε κολλητά η επόμενη ερώτηση.
-Όχι!
-Δεν ήταν;
-Ε, ήταν! Δηλαδή όχι ακριβώς!
-Τι εννοείς;
-Δεν ήταν η στιγμή που έμαθα ότι πέθανε. Πέθανε στον ύπνο του, ευτυχισμένος και σε μεγάλη σχετικά ηλικία.
-Ε, πες μου, τότε τι εννοείς;

Δεν είπα, γιατί δεν ήθελα να περιγράψω την σκηνή. Ετσι απλά: Δεν ήθελα! Εκείνη η σκηνή-στιγμή είναι δικιά μου και δεν ήθελα να την πω. Μου κόλλησε όμως να την γράψω. Νομίζω ότι τώρα είναι η στιγμή.
Eχουν ήδη περάσει 8 χρόνια. (Δεν είμαι καλός με τις ημερομηνίες). Ηταν βράδι και δούλευα σε ένα περιοδικό. Κτύπησε το κινητό μου. Ηταν ο αδελφός μου.
-Πέθανε ο πατέρας.
Δεν ένιωσα τίποτα.
-Πότε;
-Πριν από λίγο. Μου τηλεφώνησαν από το Ιπποκράτειο.
-Η μάνα το ξέρει;
-Όχι! Πήγαινε να της το πεις. Εγώ πρέπει να πάω στο Νοσοκομείο να κανονίσω τα διαδικαστικά. Είσαι εντάξει;
-Εντάξει, είμαι.
-Θα πας;
-Θα πάω.
Μόλις μουΆχε δώσει το μπαλάκι.
Ο πατέρας μου είχε μπει για μια ακόμη φορά στο Νοσοκομείο. Είχε χρόνια προβλήματα με την καρδιά του. Είχα πάει το απόγευμα να τον δω. Ηταν μια χαρά. Του είχα πάει βιβλία και φεύγοντας έκανε κάτι που δεν συνήθιζε.
-Ελα εδώ.
Πήγα κοντά.
Απλωσε το χέρι του.
Του το έπιασα.
-Να προσέχεις.
-Και συ!
Τον φίλησα και τράβηξα το χέρι μου. Εχω την εντύπωση ότι κάτι μου έδωσε. Δεν τολμώ να σας πω τί.
Πήγα στο περιοδικό για δουλειά.
Αυτά θυμάμαι. Η αμέσως επόμενη θύμησή μου είναι να βρίσκομαι έξω από την εξώπορτα του πατρικού μου στην Καλλιθέα. Μια όμορφη μονοκατοικία, που υπάρχει ακόμα και ζει σΆ αυτην η μητέρα μου. Ηταν άνοιξη και οι μυρωδιές μού ήταν γνωστές. Νύχτα.
Όμως αυτά δεν έπαιζαν κανέναν ρόλο. Απλώς αυτή τη στιγμή μου ξανάρθαν. Ζούσα τον εφιάλτη των εφιαλτών μου:
Επρεπε να το πώ στην μάνα μου. Σε εκείνη πουΆχε ζήσει μαζί του τρισευτυχισμένα σχεδόν 50 χρόνια. Πάντα φιλιόντουσαν στο στόμα και πάντα περπατούσαν χέρι-χέρι και ποτέ δεν είχαν κοιμηθεί χώρια.
Ο εφιάλτης μου δεν ήταν αν θα πεθάνει κάποιος από τους δυό τους ή το ποιος, αλλά πώς θα το έπαιρνε αυτός που θα έμενε πίσω.
Και ναΆμαι τώρα, βραδιάτικα. Μόνος έξω από την εξώπορτα. Είχα ζήσει πάνω από 20 χρόνια μόνος και η μοναξιά δεν με φόβισε ποτέ. Αντιθετως την είχα ερωτευθεί. Αυτή την φορά όμως με είχε στην γωνιά και κλώτσαγε βάναυσα και κάτω από την ζώνη.
Ανοιξα τον σύρτη της πόρτας που οδηγούσε στην κυρίως εξώπορτα. Ανέβηκα τα σκαλιά. Φρικτό σκοτάδι. Εβαλα το κλειδί στην πόρτα. Μέσα ήταν όλα σκοτεινά. ΤοΆχα σχεδιάσει. Θα πήγαινα στην κρεββατοκάμαρα της απαλά, θα της χάϊδευα την πλάτη και θα της το ψιθύριζα.
Ξεκλείδωσα.
Εκείνη την ημέρα όμως η τύχη δεν μαζί μου.
Η μάνα μου είχε βάλει την κλειδαριά ασφαλείας. ΤοΆξερα, αφού πάντα έτσι έκαναν, αλλά τοΆχα ξεχάσει.
Και τώρα;
Τα γιασεμιά της Καλλιθέας των παιδικών μου χρόνων γέμισαν την μύτη μου. Μα δεν υπήρχαν πια γιασεμιά.
Κτύπησα το κουδούνι.
Τίποτα.
Ξανακτύπησα. Και ξανά! και ξανά! μαλακά, για να μην τρομάξει.
Μετα από λίγο είδα από το ρομβοειδές παράθυρο ένα αχνό φως (της κρεββατοκάμαρας) να ανάβει στο βάθος. Όπως τότε που ήμουν πιτσιρικάς και είχα αργήσει να επιστρέψω έχοντας ξεχάσει τα κλειδιά μου.
Ερχόταν.
Σιγά-σιγά.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.
Την άκουσα πίσω από την πόρτα.
-Ποιος είναι;
-Εγώ μαμά.
-Α, ναι αγαπούλα μου. Σου ανοίγω. Μισό λεπτό.
Κλατς! κλατς! κλατς!
Την είδα με το φως πίσω της.
Φορούσε το καλύτερο της χαμόγελο.
Την είχα συνηθίσει σε τέτοιες νυχτερινές επισκέψεις. Δεν ανησύχησε. Πάντα είχε αυτό το χαμόγελο.
-Ελα μέσα.
-Κοιμόσουν; την ρώτησα ηλιθίως.
-Όχι. Ελα!
Μπήκα.
Με αγκάλιασε και μου έδωσε ένα φιλί.
Ηταν εντελώς ανυποψίαστη. Ο Θεός με τιμωρούσε για κάτι.
Εκανα δυο βήματα στο χολ.
-Ελα να κάτσουμε.
-Μάνα!

-Τι είναι;
Την πήρα αγκαλιά.
-Ο μπαμπάς
!
-Τι;
(Εχω περάσει έμφραγμα. Αστεία στιγμή στην ζωή μου. Αυτή εδώ ήταν η χειρότερη.)
-Ο μπαμπάς έφυγε!

Με κοίταξε, όπως με κοιτάει πάντα. Γλυκά.

(Ευχαριστώ το blog που μου έδωσε την ευκαιρία να το το βγάλω από μέσα μου! Την περίμενα την στιγμή.)


22.2.06

Piano bar


Ντρέπομαι που σας το λέω, αλλά είμαι της καταραμένης γενιάς του piano-bar. Ολες μου οι φίλες ?εκείνης της εποχής- ζούνε εκ νέου σήμερα την ιστορική αναβίωση του piano-bar. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν (;) πια piano-bar, δεν είναι παρά μόνο μια μικρή λεπτομέρεια. Για κείνες υπάρχουν. Ολες οι φίλες μου ?η συντριπτικότατη δηλαδή πλειοψηφία- είναι είτε διαζευγμένες, είτε χωρισμένες, είτε στα «χωρίσματα».
Οι φίλοι μου χωρισμενο-παντρεμένοι θέλουν να με συναντήσουν οπωσδήποτε και αμα λάχει «να τους φέρω και καμμιά γκομενίτσα» και οι φίλες μου οι χωρισμένες θέλουν οπωσδήποτε να τις πάω σε piano-bar. Λύσσα κακιά.
-Χρυσό μου, δεν υπάρχουν piano bar! προσπαθώ να τις μεταπείσω.
-Θέλω piano-bar!
Θηλειά! Δεν το λέω όμως... μόνο το σκέφτομαι! Και ανοίγω τους διάφορους οδηγούς να βρώ κανένα. Και ω του θαύματος... έχουν δίκιο οι φίλες μου! Υπάρχουν!
Δεν έχω χειρότερό μου από piano bar, γιατί δεν είναι ούτε piano ούτε bar. Ούτε τρως καλά, ούτε μπορείς να ακούσεις κάτι καινούργιο ούτε στο τραπέζι ούτε στην ατμόσφαιρα. Στα piano bar η μόδα έχει μείνει στις maxi φούστες και στα mini ένδιαφέροντα. Αφού τραγουδήσουμε όλοι μαζί Πλέσα, Χαρούλα, πολύ Γαλάνη και Σινάτρα και αμα έρθουμε στο κέφι: κανέναν Ελτον Τζον? αρχίζουν να μου λένε για τα παιδιά τους και όταν καταλάβουν ότι δεν θα συμφωνήσουμε στα περί διαπαιδαγώγησης, φτάνουν την κουβέντα στο επιθυμητό σημείο:
-Τώρα θα ζήσω τη ζωή μου! και σιγανοτραγουδάει το ρεφρέν της Αλέκας Κανελίδου.
Οι περισσότερες παντρεύτηκαν μεταξύ 20-24, σκέφτηκαν να χωρίσουν 3 χρόνια μετά, το αποφάσισαν 10 χρονιά αργότερα, αλλά το μετάνιωσαν τελευταία στιγμή στα 38-40... γύρω στα 42-43 τις άφησε ο προκομένος, όχι με αυτην που ταΆχε κρυφά την τελευταία 10ετία, αλλά με μια άλλη που τις ρίχνει 2 δεκαετίες. Αφού λοιπόν πέρασαν και 2 χρονάκια κουβεντιάζοντας, κλαίγοντας, βρίζοντας τις κόρες τους, υστερίζοντας και μιλώντας με τις ώρες στο τηλέφωνο.... αποφάσισαν να «ζήσουν τη ζωή τους!»... και το πρώτο πράγμα που τους έρχεται στο μυαλό είναι το piano bar.
Παίρνουν (στη κυριολεξία) αγκαζέ κάποιον 55-60άρη, βάφουν το μαλλί Ελένη Μενεγάκη (οι φίλες μου όχι απαραιτήτως οι 55-66άρηδες!), φοράνε wonder bra, ντύνονται λατέρνες, φοράνε mules και ορμούν στα piano bar... για να ζήσουν τη ζωή τους. Γιατί; Γιατί απλούστατα τη ζωή τους την θυμούνται με νοσταλγία εκεί που την άφησαν πριν παντρευτούν: στα piano bar.
Τις ψήνω να μπούν στο Internet!!! Παθαίνουν υστερία μόνο και που το προφέρω το διαβολικό αυτό πράγμα. Τις θερμοπαρακαλώ να μην αρπάζουν από τα μούτρα οποιο αρσενικό κάτσει δίπλα τους... αλλά όλες τους δεν θέλουν άνδρα, αλλά σχέση. Πώς ο ανύπαντρος μέχρι τώρα κύριος (μήπως ζούσε με τη μαμά του;) με το στενό μπλέιζερ μπορεί να γίνει σχέση, ειλικρινά δυσκολεύομαι να το αντιληφθώ... το κακό είναι ότι θέλουν να κάνουν «σχέση» τους και τον κάθε 30άρη που ... δοκιμάσε την τύχη του, μαζί τους (με τις φίλες μου κι όχι ?απαραίτητα- με τον 55-60άρη!)
Αχ, να τις ακούσετε να μιλάνε αναμεταξύ τους οι φίλες μου, για την «σχέση» τους... και ταυτόχρονα να καίγονται να μάθουν τι κάνει ο (πρώην) σύζυγος...
Αφού λοιπόν (στο piano bar) έρθουν στο τσακίρ κέφι, το πρώτο πράγμα που τους συμβαίνει είναι: «Αχ, με στενεύει το σουτιέν! Ξέρεις τα τελευταία 3 χρόνια πρωτοφόρεσα καθημερινά σουτιέν!» (Κι εγώ προ 4ετίας φόρεσα γυιαλιά για διάβασμα.)
Μετά καθώς ο πιανίστας τραγουδάει Cat Stevens τις πιάνει αυτο που λέμε «το χαστούκι της εμπειρίας της ζωής!».
-Εγώ είμαι υπέρ της ελευθερίας!
(Και μένα μΆ αρέσει η Αρβανιτάκη!)
-Εγώ όταν δίνομαι...δίνομαι!
(Ωραία τα μπουρεκάκια! Η σαλάτα έχει ρόκα;)
-Θα πάμε κανένα βράδυ σε ντισκοτέκ;
(Πριν την μπουάτ ή μετά; Η Γκλόρια Γκέϊνορ ζεί;)
-Νομίζω ότι η κόρη μου καπνίζει χασίσι!
(....μην το πεις αυτο που σκέφτεσαι...... μπράβο!...)
-Θάθελα κι εγώ να δοκιμάσω!
(Μπουρεκάκια;)
-...αλλά πάλι φοβάμαι μην γίνω ναρκομανής! Θα το κουβεντιάσω την Πέμπτη «στην ομάδα»!
(Θεέ μου... κράτα το στόμα μου κλειστό! .... Μερσί Θεέ μου!)
Πολύ τις αγαπάω τις ήδη, τις άρτι και τις οσονούπω χωρισμένες φίλες μου. Είναι το ζωντανό παρελθόν μου... συχνά-πυκνά με κάνουν και νιώθω παιδί... κι αν μερικά βράδια μου τα περνάω στα piano bar μην με κλαίτε, ω συμπολεμιστές! ... εκεί τρώω τα καλύτερα μπουρεκάκια... Γιατί ως γνωστόν τα μπουρεκάκια των 80Άs δεν παίζονται με τιποτα!

21.2.06

Δεν αλλάζω, είπαμε!

Έφυγα τρέχοντας από ανθρώπους που προσπάθησαν σώνει και καλά να με αλλάξουν. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νιώσει πιο φυλακισμένος από εκείνες τις στιγμές. Προσπαθείς να με βάλεις σε καλούπι σου και αυτόματα κάτι κόκκινο σκεπάζει τη ματιά μου. Υποθέτω ότι προέρχεται από την ανάφλεξη του μυαλού μου που παίζει τάβλι με την έκρηξη. Προσπάθησα για χρόνια να πείσω τους γύρω μου, ότι δεν αλλάζω γιατί βασικά δεν θέλω. Μεγαλώνοντας ανακάλυψα (με έκπληξη) ότι όχι μόνο δεν θέλω ?πού στο κάτω-κάτω είναι δημιουργικά εγωιστικό του κερατά- αλλά και δεν μπορώ. Λατρεύω του δημιουργικούς και αγνοώ τους τεχνοκράτες και τους γραφειοκράτες. Δεν αντιλαμβάνομαι, τι σημαίνει «χρόνος» και για να επιβιώσω αναγκάστηκα να προσαρμόσω τη δουλειά μου εκεί που ο χρόνος δεν έχει καμμία σημασία: Τη νύχτα όταν οι χρονομέτρες κοιμούνται. Εδωσα ομηρικές μάχες με πολυαγαπημένες μου για να τις πείσω ότι όταν κάτι αφεθώ να με απορροφήσει, δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο που θα μπορέσει να με ξε-απορροφήσει απΆ αυτό. Φυσικά δεν κέρδισα ούτε μία μάχη. Κέρδισα όμως πάντα τον πολεμο.
Οι άνθρωποι αδυνατούν να καταλάβουν ότι μεγάλωσαν διαφορετικά. Εκπαιιδεύθηκαν διαφορετικά. Αλλος γεννήθηκε στο Μπάγκιχαμ, άλλος στην Ουγκάντα, άλλος έβλεπε τους γονείς του να παίζουν ξύλο, άλλος ήταν φτωχός, άλλος ήταν πλούσιος, άλλος είδε τους δικούς του ερωτευμένους, άλλον τον σάπιζαν στο ξύλο, άλλου του έξηγούσαν και για κάποιον άλλον αδιαφορούσαν παντελώς.
Πώς νομίζετε ότι μπορούν να συνεννοηθούν αυτοί οι άνθρωποι; Θέλετε μια γρήγορη απάντηση: Δεν μπορούν. Μόνο να συναντηθούν μπορούν, όχι όμως και να συνεννοηθούν.
Κάποτε είχα μια φίλη, που έκανε απέλπιδες προσπάθειες να παντρευθεί για να κάνει ένα παιδί. Κατάφερε να παντρευθεί κάποιον που έρχόταν από έναν άλλον κόσμο. Εκείνη προερχόταν από μια μεσοαστική οικογένεια με γονείς χαριτωμένους και πολύ γενναιόδωρους και εκείνος ήταν ένας «πεινασμένος» νεαρός, που έψαχνε μια θέση στον ήλιο. «Θα τον αλλάξω!» μου είπε με αυτοπεποίθηση η φίλη μου. Ευτυχώς ήμασταν στο τηλέφωνο και δεν είδε την έκφραση της φάτσας μου. Πραγματικά τον άλλαξε: Του άμβλυνε τις γωνίες, τον στήριξε επαγγελματικά, τουΆμαθε πράγματα... και μια μέρα έμεινε επιτέλους έγκυος. Του το ανήγγειλε με χαρά και έγινε της Κορέας, που έλεγε κι ο παππούς μου. «Αποκλείεται!» της είπε.. «έχω στο πρόγραμμα να αγοράσω αυτοκίνητο!» Bingo! (που έλεγε και ο Μαστοράκης) Καλύτερα να μην μάθετε τι απέγινε με τη φίλη μου...
Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι κυρίες και κύριοι. Μόνο αν υπήρχε η μηχανή του χρόνου, που θα μας ξανα-πήγαινε στην παιδική μας ηλικία, θα μπορούσε (ίσως) να γίνει κάτι τέτοιο.
ΤοΆχω ψάξει το πράγμα: Οσοι θέλουν να αλλάξουν τους άλλους στην πραγματικότητα θέλουν να τους κάνουν σαν τους εαυτούς τους. Δηλαδή είναι σίγουροι ότι είναι πρότυπα. Σε θέλουν μαθητή της προσωπικότητάς τους... Θεός φυλάξοι! Με άλλα λόγια σου λένε: «Θέλω να γίνεις σαν και μένα!»
Πριτς! ...και γιατί δεν γίνεσαι εσύ σαν εμένα;
Καταλάβατε; Δεν είναι τόσο απλό το πράγμα.
-Γιατί καπνίζεις! Από αύριο έρχεσαι μαζί μου στο γυμναστήριο.
Τιμή και δόξα σε όλους τους γυμασμένους ανθρώπους. Τους ζηλεύω φρικτά. Μαύρη ώρα που μπήκε η νικοτίνη μέσα μου... αλλά αδέλφια, εγώ το διάλεξα: Αντι να παίζω μπάσκετ με τον παλιό φίλο μου τον Νίκο Σισμανίδη, καπνίζα «Καρελάκια» βλέποντας λάθρα από ταράτσα την «Ωραία της Ημέρας» με τον φίλο μου τον Νάσο. Πώς να το κάνουμε τώρα;
Εγώ κάνω τη δουλειά μου από το σπίτι μου στις 4 το πρωί και εσύ ξυπνάς στις 7 το πρωί για να πας τη δουλειά σου. Τρελλαίνομαι να λέω τη γνώμη μου δημοσίως και εσύ ξε-τρελλαίνεσαι να λες μυστικά με τις φίλες σου στο τηλέφωνο... Πώς μπορείς να με αλλάξεις ή να σε αλλάξω...αφού και οι δυό τρελλαινόμαστε με αυτό που κάνουμε.
ΓιΆ αυτό σας λέω: Χαλαρώστε και αφήστε τους γύρω σας να κάνουν αυτό που τους αρέσει. Ξέρω, εσάς όμως σας αρέσει να αλλάζετε τους γύρω σας... Μόλις δείτε τον Εαυτό σας σαν Γύρω σας... θα λυθεί αμέσως το πρόβλημα... Δεν τον βλέπετε ε;
Μμμμμ! Ούτε κι εγώ!

20.2.06

Υγρό πόμολο

-Tι είναι χρονογράφημα, κύριε Σακελάριε; είχα ρωτήσει στην δημοσιογραφική μου νιότη τον μεγάλο συγγραφέα, στιχουργό, δημοσιογράφο κι άλλα πολλά... και αμέσως έγινα κατακόκκιινος καθώς κατάλαβα την αφέλεια της ερώτησης. Ο Αλέκος Σακελλάριος σηκώθηκε από το γραφείο του (τον θυμάμαι σαν τώρα) φορώντας μια κόκκινη ρομπ ντε σάμπρ και από κάτω μια «χρυσή» πυτζάμα... Πλησίασε το παράθυρο, που έβλεπε στην (τότε) Σχολή Ευελπίδων και αφοσιώθηκε στο να κοιτά την κίνηση.
-Πάει με έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια! σκέφτηκα...
Στο περβάζι υπήρχε μια γλαστρούλα με ένα κόκκινο λουλούδι. Σήκωσε την γλάστρα και μύρισε το λουλούδι... Γύρισε και με κοίταξε. Μου πρότεινε την γλάστρα να μυρίσω κι εγώ και καθώς το έκανα, τον άκουσα να λέει:
-Να ενα χρονογράφημα.
Αφησε τη γλάστρα στη θέση της και επέστρεψε στο γραφείο του. Αναψε τσιγάρο, τράβηξε 2-3 ρουφηξιές και μου είπε: «Τα πάντα είναι χρονογράφημα. Αρκεί να μπορείς να τα δείς. Βέβαια το καλύτερο χρονογράφημα είναι «κάποιος αγαπάει κάποιαν». Μόνο που αλλιώς τοΆγραψε ο Σέξπηρ και αλλιώς εγώ!»
Τις προάλλες είχε βγεί να φάω μαζί με έναν αδελφικό μου φίλο, σπουδαίο δημοσιογράφο. Πήγα να πλύνω τα χέρια μου στην τουαλέτα του εστιατορίου. Εσπρωξα την πόρτα και πήγα στο νιπτήρα. Δίπλα μου ένας κύριος κοίταζε εκ του συνεγγυς τον τοίχο έχοντας μπροστά του ένα άσπρο όρθιο (επι του τοίχου) είδος υγιεινής, απΆ αυτά που διακοσμούν εν σειρά μόνο τις αντρικές τουαλέτες, καθώς είναι εντελώς άχρηστα στις γυναικείες. Ο κύριος με ύφος αγαλιάσης κοιτούσε μπροστά και ψηλά αδιάφορα...κάποια στιγμή αρχιζει την δαδικασία τινάγματος (που μοιάζει με την κίνηση, που κάνουμε πριν ανοίξουμε ενα φακελάκι ζάχαρης) ακούγεται ενα ζιιιιιιιιιιιιιιιιιιπ, σκύβει μπροστά, βεβαιώνεται ότι όλα είναι εντάξει και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πιάνει το πόμολο, το στρίβει, τραβάει την πόρτα ?που ψιλοαντιστέκεται- προς τα μέσα και βγαίνει.
Πλένω τα χεράκια μου, τα σκουπίζω στην πετσέτα τοίχου και κάνω να βγώ. Πιάνω το πόμολο και είναι υγρό... Τότε μόνο συνειδητοποιώ ότι ο κύριος που τοΆχει πιάσει τελευταίος, δεν επισκέφτηκε μετα την επίσκεψη του στο όρθιο είδος τοίχου, το άλλο είδος που ονομάζεται νιπτήρας, να πλύνει και αυτός τα χεράκια του. Αρα γιατί το πόμολο είναι υγρό; Ελα ντέ... ίσως να τοΆπιασε ο προ-προηγούμενος που τα είχε πλύνει, αλλά δεν είχε σκουπίσει τα χέρια του. Μάλιστα... αλλά εγώ που το ξέρω; Τι να κάνω; Να πάω το πόμολο στο Χημείο του Κράτους; Ξαναπηγαίνω στον νιπτήρα, ξαναπλένω τα χέρια μου , τα ξανασκουπίζω και πλησιάζω το πόμονο. Σκύβω προς τα μπροστά και το πιάνω με τους 2 αγκώνες μου. Προσπαθώ να το στρίψω... Τζίφος! Ξαναπροσπαθώ με μεγαλύτερη ζέση. Το στρίβω με μεγάλο κόπο... το επόμενο στάδιο είναι να το τραβήξω προς τα μέσα και την καταλληλη στιγμή να βάλω το πόδι μου αναμεσα ώστε να μείνει ανοικτή η πόρτα. Πλήρης αποτυχία. Βρίζω τον εαυτό μου, που δεν φοράω γραβάτα, να πιάσω το πόμολο μΆ αυτήν και να ανοίξω σαν ...κύριος. Εχω όμως χαρτονομίσματα. Βγάζω ένα των 5 euro... πιάνω το πόμολο, ανοίγω κανονικά και μετά δίνω το χαρτονόμισμα στην κυρία, που καθαρίζει τις τουαλέτες. Στο τραπέζι τους λέω την ιστορία, σκασμένος στα γέλια. «Μμμμ ωραία ιδέα για χρονογράφημα!» λέω.. Ο φίλος μου με κοιτάει ψυχρά. «Είναι χρονογράφημα αυτό το πράγμα;»
Αρχιζω γελάω απο μέσα μου καθώς παρατηρώ στο διπλανό τραπέζι τον κύριο, που συνάντησα στη τουαλέτα να κόβει με τα χεράκια του, ψωμάκια να τα αλείφει με βουτυρο και να ταϊζει τρυφερά ?πάντα με τα άκροδακτυλάκια του- την κυρία που συνόδευε...η οποία ακιζόταν με τις μπουκίτσες... Γούτσου-γούτσου... Τελικά είχε δίκιο ο Σακελάριος: Το καλύτερο χρονογραφημα είναι: «Κάποιος αγαπάει κάποια
».

17.2.06

London

Bre den sas barethika (idi) aplos eimai sto Londino.
Yperoxos kairos kai den vrexei.

15.2.06

Θες να γίνουμε φίλοι, μωρό μου;


Παρακολουθούσα με τεράστιο ενδιαφέρον την κουβέντα των παιδιών στο σαλόνι του Βig Brother. Το θέμα ήταν πανάρχαιο: «Μπορεί να υπάρξει φιλία μεταξύ ανδρών και γυναικών;»...
Εχω εμπεριστατωμένη άποψη επί του θέματος. Είναι ολίγον παζλο-ειδής ως άποψη, αλλά θα βρούμε άκρη. Λοιπόν, όταν ήμουν 12 ήμουν απολύτως σίγουρος ότι τα αγοράκια μπορεί να είναι φίλοι με τα κοριτσάκια. Οταν ήμουν 20...το απέκλεια μετα βδελυγμίας... στα 30 το ξανασκέφτηκα... τώρα πια έχω την ίδια γνώμη , που είχα και στα 12. Οπως βλέπετε, ο παλιμπαδισμός έχει καταντήσει πλέον επιδημία.
Είναι ολοφάνερο ότι όταν οι άνθρωποι μιλάνε για φιλία μεταξύ των δυό φύλων, βάζουν στη μέση το σεξ.
Συμφωνώ απολύτως μαζί τους. Το βασικό σε οποιαδήποτε σχέση είναι το σεξ. Ας περιοριστούμε όμως στις σχέσεις ανδρών και γυναικών, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να μπλέξουμε τις κοτσίδες μας και δεν κάνει.
Μίσησα τη φιλία όταν στα πρώτα μου γυμνασιακά χρόνια οι συμμαθήτριες μου μου λέγανε, καθώς στο σινεμά προσπαθούσα να τους πιάσω το χέρι. «Μα δεν είπαμε ότι είμαστε φίλοι;»... και τραβούσαν το χέρι τους. Ηταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που εξετίμησα ιδιαιτέρως τις χειροπέδες.
Οταν έγινα 18 και ήπια τα πρώτα μου ουισκάκια στη Χάριτος, μου είπε ένας φοβερός γυναικάς και μπονβιβέρ: «Μικρέ, με τις γυναίκες θα γίνεσαι φίλος αφότου πας στο κρεββάτι μαζί τους!»... Τον άκουσα προσεκτικά... Για τον επόμενο χρόνο δεν έκανα ούτε μια φίλη, παρΆ όλο που προσπάθησα επισταμένως. Αστε που παραλίγο να χάσω κι αυτές που είχα. Μετα κατάλαβα ότι δεν πρέπει να δίνεις μεγάλη σημασία στα λόγια της νύχτας.
Ο κύριος μπονβιβέρ μου έλεγε αηδίες ολκής...άστε που εκείνη την εποχή δεν είχε εφευρεθεί το αλκοτέστ. Το πράγμα δεν λειτουργεί έτσι... Τουλάχιστον από τη γυναικεία σκοπιά. Μετα το σεξ το θηλυκό δεν θέλει να γίνετε φίλοι... θέλει να παντρευτείτε. Η άποψη μου για τις χειροπέδες άλλαξε ριζικά.
Σήμερα έχω αγαπημένες φίλες με τις οποίες έχουμε υπάρξει ζευγάρι (το είπα κομψά;) και έχω επίσης πολυαγαπημένες φίλες, που ούτε που μας έχει περάσει από το μυαλό. (Δηλάδή εμένα μου΄χει ψιλοπεράσει, αλλά τοΆκανα γαργάρα!)
Τι είναι μωρέ η φιλία για να την μετρήσεις;
Οταν συναντάς έναν άνθρωπο το πρώτο πράγμα που θες (αν σου αρέσει) δεν είναι να τον κάνεις κολλητό σου, αλλά να τον καμακώσεις (και όλα τα παράγωγα!)
Υπερβάλλω;
Σιγά μην υπερβάλλω! Μια χαρά τα λέω! Σε όλους μας συμβαίνει (εύχομαι και σε όλες)... Απλώς το σεξ δεν έχει καμμιά σχέση με την φιλία που μπορεί να γεννηθεί. Αν έχει υπάρξει σεξ ακόμα καλύτερα, αν δεν έχει υπάρξει, τι να κάνουμε; Θα πρόκειται για ένα ψιλο-απωθημένο καλά βιδωμένο στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ε, δεν είναι δα και το τέλος του κόσμου!
Απλώς νευριάζω πολύ με εκείνες τις γυναίκες που κουβαλάνε κάτι άνδρες φουλ ερωτευμένους μαζί τους... τους οποίους αποκαλούν «φίλους» τους και αυτοί οι καϋμένοι λιώνουν και μισούν οποιο άλλο αρσενικό πλησιάσει την «φίλη» τους... Και δεν φτάνει αυτό... κάθε βράδυ τους λέει κι από πάνω τον εκάστοτε πόνο της. Και μετα αναρωτιέται η Πολιτεία για την μείωση των γεννήσεων.
Αν υπάρχει φιλία μεταξύ ανδρών και γυναικών;
Φυσικά και υπάρχει. Σοβαρολογούμε; Πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε! Τι πράγματα είναι αυτά;
(Σημ: Αν πάντως τοΆχετε ξεπεράσει (εμπράκτως) το θέμα του σεξ καλό είναι... Δεν αφήνει απορίες ξέρετε....)
Ενα φιλικό φιλάκι

13.2.06

Πού θα πάει; Θα το αγοράσω!

Πάντα ήθελα ένα Smart.
Τα είχα ερωτευθεί με το που τα είδα.
Δεν μ΄άφηναν όμως οι άλλοι να πάρω, με πρώτη τη μάνα μου που μου διαμαρτυρήθηκε, ότι δεν θα χωράει μέσα και η θεία Βάσω (η αγαπημένη της αδελφή και επίσης αγαπημένη μου θεία). Και επειδή γεννήθηκα στην χώρα που γέννησε το Οιδιπόδειο, δεν το πήρα τότε που το ερωτεύθηκα.
Όμως οι έρωτες που δεν πραγματοποιούνται μετατρέπονται σε απωθημένα και τα απωθημένα σε εκζέματα και τα εκζέματα σε εμφράγματα. Όταν έπαθα λοιπόν το έμφραγμα και αφού την έβγαλα καθαρή (ωραίο πράγμα το έμφραγμα) αποφάσισα ότι στην ζωή μου θα κάνω αυτό που πραγματικά γουστάρω.
Δίπλα μου παντού Smart.
Μικρά, τοσοδούλια, πανέμορφα και πολύχρωμα.
-Ρε παιδιά, ένα Smart θέλω.
-Ε, πάρτο βρε παιδί μου, μας έσκασες.
Α, δεν είναι έτσι η ζωή. Τώρα που μου λέγανε να το πάρω, τώρα βαριόμουνα.
-Είσαι καλά ή να σου πάρουμε μέτρα για ζουρλομανδύα; (Αλήθεια πού πουλάνε ζουρλομανδύες; Πάντα την είχα την απορία!)
-Να μου πάρετε ζουρλομανδύα.
-Α παράτα μας.
Τους παράτησα λοιπόν κι εγώ και απλώς γκρίνιαζα κάθε φορά που το θυμόμουνα.
Μέχρι που με άκουσε η φίλη μου η Μάρθα.
-Να στο δώσω να το δοκιμάσεις.
-Και συ τι θα έχεις;
-Ελα μωρε! Εχω δύο.
Ο έχων δύο χιτώνες κ.λ.π.
Ετσι πρίν από 3 μήνες που ο Τάσος και η Μάρθα ήρθαν από το σπίτι για φαγητό, μου το ΄άφησε η Μάρθα παρκαρισμένο στο πάρκινγκ απέναντι.
-Ορίστε και τα κλειδιά.
-Βρε παιδί μου δεν είναι σωστό!
-Παράτα μας! Δεν το χρησιμοποιώ σου λέω.
-Και πότε θα στο δώσω πίσω;
-Όταν το βαρεθείς.
-Το πιθανότερο είναι να μην το βαρεθώ ποτέ.
-Ε, δεν πειράζει.
-Να στο αγοράσω.
-Καλά! Δες πρώτα αν σΆ αρέσει.
Μου αρεσε το μπλε Smart. Δηλαδή μου άρεσε τόσο που δεν θέλω να ξανα-οδηγήσω άλλο αυτοκίνητο στο ζωή μου.
Μου αρέσει, που είναι αυτόματο, αλλά είναι και σειριακό.
Μου αρέσει, που για να βρείς πώς θα βάλεις νερό στους καθαριστήρες πρέπει να είσαι ο Ιντιάνα Τζόουνς.
Μου αρέσει, που αν δεν ξέρεις ότι πρέπει να πατάς φρένο για να πάρει μπρος, θα πάρεις ταξί.
Η αλήθεια είναι ότι δεν μου άρεσε όταν συνειδητοποίησα ότι δεν έχει ρεζέρβα (πού να την χωρέσει άλλωστε;) , στην Εθνική οδό, όταν μου έσκασε το λάστιχο και έβρεχε καρέκλες.
Ξετρελλαίνομαι να το παρκάρω, όταν οι υπόλοιποι οδηγοί κλαίνε που τα δικά τους δεν χωράνε.
Μου αρέσει που τρέχω με 120 πάνω σε μια πολυθρόνα.
Μετά από καμμιά εβδομάδα την πήρα τηλέφωνο.
-Μου αρέσει. Το πουλάς;
-Το πουλάω.
-Ωραία! Το αγοράζω.
-Kαλά! Θα το κουβεντιάσουμε.
Πέρασαν άλλες 2 εβδομάδες.
-Λοιπόν τι θα κάνουμε με το Smart;
-Τι θα κάνουμε;
-Θα μου το πουλήσεις;
-Βέβαια! Πάρε με τηλέφωνο την άλλη εβδομάδα γιατί τώρα είμαι σε meeting.
Eχω κάνει 4.000 χλμ. μέσα στην Αθήνα και δεν λέει να μου το πουλήσει. Το καλύτερο είναι ότι δεν λέει να το πάρει και πίσω.
Αν είναι ερωτευμένη μαζί μου;
Μη λέτε βλακείες. Την ξέρω 28 χρόνια και είναι φουλ καψούρα με τον φίλο μου τον Τάσο. Μιλάμε για πολύ φουλ.
Γιατί δεν πάω να το αφήσω έξω από το σπίτι της;
Επειδή είμαι κωλόπαιδο. Ααααα και για έναν άλλο λόγο: Εβαλα μέσα την μαμά μου και μόλις στρογγυλοκάθισε δίπλα μου και έσφιξε την ζώνη της, μου είπε:
-Αχ, είναι πολύ ωραίο. Χαίρομαι που το πήρες. Είχα στεναχωρεθεί πολύ τότε που σε είχα προτρέψει να μην το πάρεις.
-Ρε σύ Μάρθα! Τουλάχιστον μπορείς να μου δώσεις και το δεύτερο ζευγάρι κλειδιά, που πάω να σκάσω από αγωνία μην χάσω το μοναδικό πουΆχω;

12.2.06

Οι μαλάκες και οι μ......ς


Σταμάτησα να γράφω σε εφημερίδες και περιοδικά.
Με σταμάτησαν (εμμέσως) οι διευθυντές, που ήθελαν να γράφω για την επικαιρότητα. Το κακό (το καλό δηλαδή) είναι ότι πιο πολύ δεν ήθελα εγώ.
Όλα είναι επίκαιρα, αλλά όχι όπως το νομίζουν οι κατά καιρούς διευθυντές μου.
Σε όλη μου τη ζωή έγραφα για καθημερινά πράγματα:
Για τους έρωτες μου, για τους φίλους μου, για την οικογένεια μου, για κάτι που μου έκανε εντύπωση, κάτι που έκανε εντύπωση στους άλλους, αλλά όχι σε μένα, για τα ταξίδια μου, για μια νύχτα, για μια μικρή διαδρομή ή για την γελοιότητα της Αννας Βίση και των φίλων της.
Μεγάλωσα (κυριολεκτικά) στα γόνατα ανθρωπων που θριάμβευσαν γράφοντας για τέτοια πράγματα (Αρχέλαος, Σακελάριος, Τσιφόρος). Και με μπόλιασαν. Είμαι ευτυχής κάθε φορά που με σταματά ένας άγνωστος στον δρόμο και μου λέει ότι με διάβαζε και όχι ότι με έχει δει στου Μάκη.
Οι συνάδελφοι μου (Φτού! είναι και της γενιάς μου ) διευθυνταράδες δεν καταλαβαίνουν από τέτοια. Θέλουν επικαιρότητα:
-Πού το βάλανε το software?
Δυστυχώς δεν μπορώ να τους πω το πού, γιατί δεν έχουν ιδέα τι είναι software και μπορεί να πάθουν δυσκοιλιότητα.
-Θα γίνει ανασχηματισμός;
Ούτε αυτό μπορώ να τους το πω γιατί δικά μου είναι και κουνιούνται όσο θέλουν και όποτε εγώ θέλω.
Θέλουν λοιπόν αυτοί να γράφω τέτοια, αλλά δεν θέλω εγώ. Και στα 50 μου έχω την πολυτέλεια να μην κάνω πράγματα, που δεν θέλω.
-Ελα μωρέ! Κάνε και συ μια υποχώρηση!
-Ρε άντε φτύσε τα μπούτια σου, που θα κάνω υποχώρηση.
Τις προάλλες με σταμάτησε ένα παλικάρι στην Κηφισίας.
-Δεν γνωριζόμαστε.
-Καλημέρα.
-Πού γράφεις τώρα;
-Πουθενά! (δεν είχα αρχίσει ακόμα το μπλόγκι μου)
-Και τι θα κάνω εγώ που σε έχασα, αδελφέ; (συγγνώμη, αλλά δεν το λέω για μούρη!)
Το εισέπραξα σαν νεράκι και του χτύπησα φιλικά τον αγκώνα.
Αυτή η γαμημένα γοητευτική σχέση με τους αναγνώστες δεν αλλάζει με τίποτα. Αυτή θέλανε να με βάλουνε να την αλλάξω, αλλά δεν τσιμπάω.
Τώρα έχω την τηλεόραση που γεμίζει τις τσέπες, αλλά αδειάζει την καρδιά και το μεράκι.
Δεν μπορώ τους μαλάκες που ζουν στον δημοσιογραφικό μικρόκοσμό του «αυτό πουλάει». Πιστέψτε με, ότι γουστάρω με super τρέλλα, ο,τι πουλάει. Μόνο που αυτοί αγνοούν τι τελικά πουλάει και πουλάνε (πλήν της ψυχής τους) ο,τι είναι εντελώς «απούλητο».
Είχα έναν συμφοιτητή στην Πάντειο, που είχε ταλαιπωρηθεί αφάνταστα λόγω της προοδευτικότητας του- στο δημοσιογραφικό επάγγελμα.
Τον πέτυχα διευθυντή σύνταξης σε ένα περιοδικό. Χάρηκα πολύ που τον συνάντησα και που θα δουλεύαμε μαζί. Ηταν γεμάτος όνειρα και ιδέες.
Του έστειλα ένα κείμενο, που στο διάλογο έγραψα την λέξη «μαλάκας».
Εκδόθηκε το περιοδικό και το αγόρασα.
Διαβάζω το κείμενο και δεν πιστεύω στα μάτια μου. Η λέξη «μαλάκας» είχε αντικατασταθεί από την άγνωστη λέξη «μ......ς»
Κάποιος έπαιζε «κρεμάλα» με τις λέξεις μου.
Του τηλεφώνησα.
-Ρε συ, ποιος άλλαξε το κείμενο;
-Εγώ.
-Και γιατί έκανες το «μαλάκας» «μ......ς»;
-Δεν κάνει να γράφουμε τέτοιες λέξεις.
Γαμώ τους «προοδευτικούς» της γενιάς μου, που έγιναν τσογλάνια.
Γαμώ όμως...

11.2.06

Ελεύθεροι

Πώπώπώ, είναι δύσκολο να γράφεις για ανθρώπους που είναι ελεύθεροι.
Πώπώπώ, είναι φοβερά γοητευτικό να γράφεις για ανθρώπους που είναι ελεύθεροι.
Όποιος συνάδελφός μου (δημοσιογράφος) γράφει μόνο γιΆ αυτούς που «αγοράζουν» κάθε μέρα ή κάθε Πέμπτη ή Τετάρτη, είναι σίγουρο ότι δεν ξέρει, τι χάνει. Ή μάλλον δεν ξέρει, τι είναι αυτό που τόσο καιρό δεν είχε.
-Δηλαδή, τί μας λες ρε φίλε! Μέχρι τώρα οι «πελάτες» σου δεν ήταν ελεύθεροι;
Εεεεεε, ήταν. Ηταν ελεύθεροι (most of the time) να διαβάζουν, αλλά όχι να απαντούν ή το καλύτερο: να κριτικάρουν.
-Κριτικάρουν; Τι λες μωρέ!!! Βγες από το κλουβάκι σου. Ποιος σε κριτικάρει;
-Αλλά, τί κάνουν;
-Γράφουν, όπως ακριβώς και σύ!
-Α! ΟΚ! Θα συνηθίσω.

Δείτε, τί βλέπω από το μπαλκόνι μου:






Φαγούρα

«Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς?»
Μου το λέγανε από τότε που ήμουνα μικρός και μουΆχε κάνει φοβερή εντύπωση, γιατί το ξύσιμο τοΆχα συνδεδεμένο μόνο με την φαγούρα στην πλάτη.
Όταν ήμουν μικρός έκανα εντύπωση στους συμμαθητές μου, πώς κατάφερνα και έφερνα το πόδι μου πάνω από το σβέρκο μου. Το αυτό-ξύσιμο λοιπόν της ωμοπλάτης ήταν για μένα παιγνιδάκι?
Δεν του έδωσα λοιπόν ποτέ σημασία.
Ούτε χρειάστηκε να με ξύσει ποτέ κανείς.
Δεν χρειαζόταν άλλωστε.
Ποια φαγούρα μπορεί να απασχολεί ένα παιδί;
Το πολύ-πολύ να πάει σε ένα τοίχο σαγρέ και να «απολαύσει» ένα ξύσιμο.
Τότε δεν ήξερα ότι τις παροιμίες μας τις έλεγαν για να προπονηθούμε για μεγάλοι. Δεν ήξερα καν, τι είναι «μεγάλος»? και όπως αποδείχτηκε δεν έμαθα (όπως κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του) ούτε όταν «μεγάλωσα».
Πριν από μερικά χρόνια σε ένα τελευταίο (ευτυχώς) re-union του σχολείου μου, ένας παλιός μου συμμαθητής, ο Βασίλης Κύρης, μου το θύμισε:
-Ρε σύ, μπορείς ακόμα να φέρνεις το πόδι σου στην πλάτη σου;
ΤοΆχα ξεχάσει. Εκείνος όχι, αφού τουΆχε κάνει εντύπωση.
-Μμμμμ, δεν ξέρω? Μάλλον!
Γύρισα το βράδι σπίτι.
Απαγοητευμένος.
Η κούκλα της τάξης είχε πάψει να είναι κούκλα, αλλά είχε γίνει αλκοολική. Ο κολλητός μου, που τρέχαμε με τις μηχανές σαν διάολοι, μουΆπε έντρομος ότι ο μικρός του γυιός ήθελε μια εντούρο. Οι περισσότεροι έγραφαν στο χέρι και μισούσαν τους υπολογιστές και οι περισσότερες αναπολούσαν τα? piano bars, όπου γνωρισαν τους συζύγους τους τους, τους οποίους ?.μισούσαν.
Eγώ βέβαια (!!!) είχα παραμείνει ο ίδιος.
Γύρισα σπίτι.
Εβαλα την άνετη φόρμα μου και θυμήθηκα αυτό που μουΆχε πει ο Βασίλης.
Κάθισα στην ανατομική πολυθρόνα μου.
Επιασα με τα δυό μου χέρια τον δεξί μου αστράγαλο και τον τράβηξα προς τα πάνω?
-Σιγά το πράγμα! σκέφτηκα.
Η γάτα μου, η Μινού, με κοίταξε περίεργα.
Δεκαεπτά χρόνια είμαστε μαζί και γνωριζόμαστε πολύ καλά.
Το πόδι μου ζήτημα είναι να έφτασε μέχρι το στήθος μου?.
Δεν κάθομαι σωστά.
Κάθισα στο χαλί.
Καλύτερα.
Το πόδι μου έφτασε μέχρι το πηγούνι μου, ή μάλλον το πηγούνι μου έφτασε στο πόδι μου?
Μου φάνηκε ότι η Μινού χαμογέλασε.
Χαμογελούν οι γάτες;
Όχι, βέβαια.
Ενας δυνατός πόνος με έκαψε στον μηρό.
Αν ήμουν τώρα στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, δεν θαΆχα κάνει ποτέ εντύπωση στον φίλο μου τον Βασίλη.
Σκέφτηκα ότι με λίγη προσπάθεια θα τα κατάφερνα. Έκανα ακόμα μια, αλλά γρήγορα την εγκατέλειψα. Ακόμα κι αν τα είχα καταφέρει (πράγμα εντελώς αδύνατο), ήταν (εντελώς) σίγουρο ότι θα χρειαζόμουν εγχείρηση για να ξαναφέρω το πόδι μου στην σωστή θέση?
Τι διάολο? μέχρι πρότινος μπορούσα να το κάνω.
-Μέχρι τι;
-Μέχρι πρότινος;
-Τι πρότινος, ρε μαλακάκο;
-Ε, τι; Πρότινος!
-Δηλαδή πότε τοΆκανες για τελευταία φορά;
-Μμμμμμ? το 1971?
-Δηλαδή, 35 χρόνια πριν.
-Πόσα;
-35!
Το άγχος (του χρόνου) μου προκάλεσε μια φοβερή φαγούρα στην πλάτη. Απλωσα το χέρι μου πίσω?
Σκράτς? σκράτς?.
Όχι εκεί? 10 πόντους πιο μέσα.
Αδύνατον?
Δοκίμασα από πανω προς τα κάτω. Τώρα ήθελα 12 πόντους.
Με το άλλο χέρι;
Πάλι λείπανε 10 πόντοι.
Η Μινού έξυσε με το δεξί της ποδι την αριστερή της ωμοπλάτη και με κοίταξε ειρωνικά.
Την κοίταξα αυστηρά.
Αδιαφόρησε και με το αριστερό πίσω της πόδι εξυσε το δεξί της αυτί?
Κοίταξα τα νύχια μου?
Μια χαρά ήταν για ξύσιμο. Εντελώς άχρηστα όμως?
Απλώς δεν έφτανα.
Τα τελευταία (τουλάχιστον) χρόνια έχω ξύσει πολλές πλάτες. Ούτε που θυμάμαι πόσες. Εχω απαλλάξει κόσμο και κοσμάκη από την φαγούρα της ανασφάλειας, της μιζέριας, του φόβου, της λύπης, της καχυποψίας, της μοναξιάς, της φτώχειας, της επιθυμίας?
-Ααααααααχ, μπράβο!
Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που ο ένας ξύναμε τον άλλον, όποτε χρειαζόταν. Αρα για μένα ήταν αυτονόητο να ξύνω όποιον το ζητούσε.
Μα τι είχα πάθει και δεν μπορούσα να ξυστώ μόνος μου;
Μήπως θαΆπρεπε να είχα συνεχίσει το μπάσκετ;
«Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς?»
Τότε μου΄ρθε:
-Εμένα γιατί δεν μΆ έχει ξύσει κανείς;
-Προφανώς δεν θαΆχες φαγούρα.
-Μην λές ανοησίες.
-Μήπως δεν το ζήτησες;
-Δεν θυμάμαι?.
-Για θυμήσου?.
-Το ζήτησα.
-Ευθέως;
-Σχεδόν.
-Και;
-Την μία φορά είχαν δουλειές. Την άλλη δεν ευκολύνονταν. Μιαν άλλη βιαζόντουσαν. Δυο-τρεις φορές δεν με θυμόντουσαν και μια τελευταία ήταν πέρισυ το καλοκαίρι, όταν (χωρίς να το καταλάβω) έγραψα σε ένα SMS: «ΒΟΗΘΕΙΑ!»
-Και τι σου απάντησαν;
-«Εσύ (!!!) θες βοήθεια;»
-Και τί ανταπάντησες;
-«Λίγη!»
-Και;
-Μου είπαν: «Δηλαδή τί θες τώρα;»
-Και;
-Δεν έχει «και» έγραψα «Τίποτα» και τέλειωσε το θέμα εκεί.
-Δηλαδή δεν σΆ έχει ξύσει κανείς;
-Α, όχι? με έξυσε μια φορά πριν 10 χρόνια, ο φίλος μου ο Θόδωρος, όταν είχα 4 δραχμές στην τσέπη μου για 20 μέρες και μου΄δωσε την πιστωτική του κάρτα και μια άλλην φορά πριν από δυο χρόνια, όταν έκανε ένα όνειρο μου, πραγματικότητα.
-Τώρα γιατί σκούζεις;
-Σκούζω;
-Εμ, τι κάνεις;
-Επειδή έχω φαγούρα πίσω στην πλάτη. Ανυπόφορη φαγούρα.
-Και δεν φτάνεις να ξυστείς;
-Δεν φτάνω.
-Και τι θα κάνεις;
-Θα περιμένω να μου περάσει?
-Με όλα αυτά με έπιασε και μένα φαγούρα. Με ξύνεις σε παρακαλώ?
-Ευχαρίστως. Πού θες;
-Εκεί? λίγο πιο αριστερά? λίγο πιο δεξιά? όχι, καλά ήσουν?. Αααααααχ μπράβο?. Την ευχή μου ναΆχεις?. Αααααααααχ.
Η Μινού (που σήμερα είναι με ανθρώπινα χρόνια ? 119 ετών) έξυσε με τα? δόντια της την βάση της ουράς της.
Μου χαμογέλασε ειρωνικά.
Χαμογελούν οι γάτες;
Όχι, βέβαια.