28.9.06

Αντιο μικρη μου!

Επί 17 ολόκληρα χρόνια της έλεγα: «Μινού» και εκείνη -συνήθως ξαπλωμένη- σήκωνε το κεφάλι να με δεί.
Σήμερα για έναν εντελώς αναίτιο λόγο ξύπνησα (!!!) στις οκτώ παρα τέταρτο το πρωί. Η Μινού – γάτα μου- ήταν ξαπλωμένη μπροστά στον καναπέ (μέρος που δεν συνήθιζε)....
-Μινού!
Δεν σήκωσε το κεφάλι.
Δεν ταράχτηκα. Σαν να το’ξερα...
Η Μινού μου είχε φύγει από τη ζωή.
Δεν με ενόχλησε ποτέ. Κανέναν δεν ενόχλησε ποτέ. Δεν έκλεψε, δεν έσπασε τίποτα και πάντα είχε μια συγκεκριμένη (δική μας) στάση στις μεγάλες στεναχώριες μου ή χαρές μου.Μια στάση-βάλσαμο.
Κάθισα στον καναπέ και έκλαψα.
Οχι γοερά, ούτε με λυγμούς... απλώς τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου.
Εφυγε χωρίς να πονέσει ή να μην μπορεί να κινηθεί.

Με είχε αποχαιρετήσει χθες βράδυ πριν κοιμηθώ... σκαρφαλώνωντας πάνω μου την ώρα που ήμουν στον υπολογιστή... Δεν το’κανε ποτέ... δεν ήταν του «πάνω» , αλλά του «δίπλα».
-Τί είναι ρε... της είπα και της χάϊδεψα το κεφάλι, ανάμεσα στα μάτια εκεί που παθαινε πλάκα...
-Νιάρ....
-Τί θες;
-Νιάρ....
-Ελα άσε με τώρα!
-Νιάρ!

Δεν υπήρξα ποτέ μου παθιασμένος με τα ζώα. Πάντα είχα, αλλά δεν ήταν ούτε η «κόρη» μου, ούτε ο «γυιός» μου... ούτε άλλο τίποτα περίεργο... ήταν πάντα οι συγκάτοικοί μου.
Πολλά ήλθαν και απήλθαν: Ο Ντέην, η Τζίφρα, ο Σαντάμ, ο Σμούντα, ο Ρόμπι, το Χνούδι, η Μπόρα... όλα αγαπημένα... αλλά κάτσαμε μαζί λίγο... Εφυγαν με τον άλφα ή βήτα τρόπο.
Η Μινού έμεινε μαζί μου μια αιωνιόητα.
Δεκαεφτά χρόνια για μια γάτα είναι πόλλά.
Ηταν η φιλη μου... και πολύ συχνά (οι αναγνωστες μου το ξέρουν καλά) η μούσα μου.
Δεν έχω τύψεις. Πέρασε καλά. Γκόμενους είχε, παιδιά έκανε, φίλους είχε... όλοι την αγαπούσαν και δεν δίψασε, πείνασε ή αρρώστησε ποτέ της. Την χαϊδεψαν μεχρι τελικής πτώσεως.
Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ την αποχαιρετούσα εδώ και μερικούς μήνες. Οι φίλοι μου το ξέρουν. Δεν πήγα βασικά πουθενά το καλοκαίρι ώστε να της κρατήσω παρέα.
Η Μινού δεν με εγκατέλειψε ΠΟΤΕ. Εκείνη με δίδαξε να μην εγκαταλείπω τους ανθρώπους μου. Μερικοί ακόμα και σήμερα το θεωρούν μεγάλο μου μειονέκτημα. Εχω κάθε λόγο να γελώ.
Το ζωό ήταν έτοιμο να φύγει εδώ και αρκετό καιρό παρ’ όλο που ο κτηνίατρος την βρήκε σε πολύ καλή κατάσταση. Εγώ το’βλεπα. Εχω την αίσθηση ότι δεν ήθελε να με εγκατελείψει τότε. Οταν με είδε καλά, χαρούμενο ... τότε έφυγε.
Δεν είναι έτσι;
Σύμφωνοι! Μπορεί και να μην είναι. Η ζωή ζωγραφίζεται με πινελιές.
Αλλοι ζωγραφίζουν με πινέλο και άλλοι με ταβανόβουρτσες.

Είμαι σίγουρος ότι πολλοί και πολλές από σας, δεν καταλαβαίνετε τί λέω. Δεν πειράζει. Στη ζωή δεν χρειάζεται όλοι να τα καταλαβαίνουμε όλα.
Τί εννοώ;
Δεν είχα την τύχη να ζήσω γιαγιάδες και παππούδες. Η τελευταία πέθανε όταν θα’μουν 4-5. Γι’ αυτο και δεν καταλαβα ποτέ τους φίλους και τις φίλες μου, που σε μεγάλη ηλικία, σπάραζαν για τον παππού ή την γιαγιά που έφυγε. Απλώς σιωπώ και προσπαθώ να καταλάβω, τί νιώθουν... Δεν είπα ποτέ σε κανέναν: «Ε, έζησε τη ζωή του μωρε... ήταν πιά 98!»
Ενας ισοβίτης δολοφόνησε 4 συγκρατούμενους του, που τόλμησαν να του σκοτώσουν τον ... αρουραίο του.
Τα συναισθήματα δεν είναι αγοραστά.
Τί αγαπά περισσότερο ένας ποιητής; Την γυναίκα του ή την ποίησή του; Τραβάτε ρωτείστε τον...

Θέλει να μου πει κάποιος πώς θα γράψω σήμερα το βράδι, χωρίς την παρέα της;

Οι γάτες είναι αθόρυβα ζώα.
Εντελώς αθόρυβα.
Πώς διάολο εμένα τώρα με ενοχλεί η ησυχία;

Θα σας ξαναπω για τη Μινού.
Απλώς τώρα δεν θέλω άλλο...

*****

Eίναι ένα όνομα που κουβαλάω μέσα μου από τότε που ήμουν παιδί.
Πώς κουβαλάμε την ομάδα μας, τις μυρωδιές, ή τους φόβους... έ, έτσι κι εγώ κουβαλάω αυτο το όνομα.
Ποιό όνομα;
Δεν θέλω να σας πω.
Γιατί;
Επειδή είναι ένα παιγνίδι που παίζω εγώ κι o εαυτός μου, από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου.
Ας του δώσουμε όμως ένα όνομα του ονόματος.
*****
Μμμμμμ, ωραία ιδέα. Oπως το password…
Nαί, έτσι κι αλλιώς είναι password... όπως ένα παλιό ξεχασμένο e-mail, που έχεις ποοοοοοοοολύ καιρό να μπεις να δεις το inbox.... και δοκιμάζεις εκείνο το παλιό password που πρωτοχρησιμοποίησες όταν έμπλεξες στα γρανάζια του net.... και χαχαχαχαχα... λειτουργεί. Ειναι δυνατόν να ξεχάσετε ποτέ το πρώτο-πρωτο e-mail σας;
Το ***** το βλεπα σε στίχους όλα αυτά τα χρόνια και χαμογελούσα.
-Γιατί χαμογελάς; με ρωτούσαν.
-Τίποτα! Κάτι δικό μου.
Το άκουγα στην τηλεόραση και δεν έκανα ζάππινγκ, παρ’ολο που το σήριαλ ήταν μια μαλακία και μισή.
Το διάβαζα σε μυθιστορήματα και συμπαθούσα την ηρωίδα.
Δεν είχα ποτέ φίλη, συμμαθήτρια, γνωστή, συγγενή, γκόμενα ή αγαπημένη γυναίκα με αυτο το όνομα.
Μου άρεσε ο ρυθμός του γραψίματος του.
Μου άρεσε οπτικά.
Μου άρεσε ακουστικά.
Πριν απο καμμιά εβδομάδα μια σπουδαία μουσικός και φίλη μου, η Βαλίσια, που ζεί στο Λονδίνο με ρώτησε:
-Εσύ που σκιτσάρεις τη μουσική την βλέπεις ή την ακούς;
Δεν είχα καλή απάντηση.
Μετά σκέφτηκα το ***** .
Ναι, αν υποθέσουμε (που έτσι είναι) ότι οι λέξεις είναι μουσική...τότε ναι... τη βλέπω.

Την συνάντησα τυχαία πριν απο μερικές μέρες σε ένα φιλικό σπίτι.
Υπο κανονικές συνήθηκες μάλλον δεν θα την γνώριζα ποτέ.
Η ζωή όμως δεν έχει μόνο μια λωρίδα κυκλοφορίας, που την πατάς και σε πηγαίνει.
-Πώς σε λένε;
- *****

Της τηλεφώνησα μετα από λίγο καιρό.
-Πες μου χρόνια πολλά! μου είπε...
-Εχεις γενέθλια;
-Οχι σήμερα γιορτάζουν οι ***** !

Τί να πεις, σε ποιόν και ποιός να σε πιστέψει.

26.9.06

ΓΡΑΝΑΖΙΑ

Εγραφα στο post της φίλης μου της Σοφίας, που θέλει να γίνει δημοσιογράφα να ξεκινήσει από τα πολύ σύγχρονα πράγματα...και αφού το αγαπάει τόσο, να προσέχει να μην μπλέξει στα γρανάζια αυτης της δουλειάς.
Ετσι κι αλλιώς πιστεύω ότι δεν πρέπει να γίνεται κανείς γρανάζι.
Σκέφτηκα λοιπόν να φτιάξω μερικά γρανάζια σε video.
Mπορεί και να σας αρέσουνε...
Το αφιερώνω πάντως στη Σοφία.

Υποθέτω ότι δεν πρέπει να διευκρινήσω ότι πρέπει να πατήσετε το βελάκι ΣΤΟ βιντεάκι που είναι ΑΚΡΙΒΩΣ από κάτω. Οχι κάτω από το πληκτρολόγιο... αλλά κάτω από το κείμενο που διαβάζετε αυτη τη στιγμή.
Και να φαντασθείτε ότι χρόνια ολόκληρα έβριζα τους Αμερικάνους στα manual: Plug it in. Τέλος πάντων! Μην το μπερδεύουμε... (σφάλμα μου)... εσείς δεν έχετε τίποτε να plug in... απλώς πατήστε το γαμημένο βελάκι.
Ουφ!

Ααααα, και εξκιούζμι για τα αγγλικά, αλλά το είδα λιγάκι ιντερνάσιοναλ.
Μην αρχίσετε -ι μπέγκ γιου- όλοι εσείς οι ελληνολάτρεις να μου την πέφτετε. Μια αλλη φορά θα κάνω ένα βίντεο με καθαρεύουσα.
Ασχετο: Θέλω να πάρω μια συνέντευξη από τη Μιμή Ντενίση. Με βρίσκετε πολύ σιχαμένονα;

Ε;

Τί κάνετε άμα σας έρθει στο μυαλό μια παλιά αγάπη;

24.9.06

Letter Talk1

Μιλάνε οι λέξεις;


23.9.06

News Lover1

Mε ρωτούν διάφοροι γιατί δεν δημοσιογραφώ στο blog μου.
Και τους κοιτάω μαλάκας.
Δηλαδή όταν γράφω πικρά για όλες αυτές τις γυναικάρες που περιμένουνε τον «παντρεμένο» τους μπας και περάσει , τους ρίξει έναν και μετά φύγει... τί κάνω;
Δεν δημοσιογραφώ;
Κούνια που τους κούναγε....
Οι γυναίκες αυτές στεγνές παντού (ειδικά στην ψυχή) κάλλιστα μπορεί να είναι διευθύντριες στην εφορία της γειτονιάς σας, δάσκαλα του παιδιού σας... ή οτιδήποτε άλλο...
Υποθέτω ότι δεν θέλετε περαιτέρω διευκρινήσεις.

Αντιπαθώ αυτούς που μπαίνουν στα blog για να γράψουν αυτά που δεν μπορούν να γράψουν στις εφημερίδες και τα περιοδικά, όπου εργάζονται...
Ναι! Βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω. Διαχωρίζω σαφώς τη θέση μου. Οταν δούλευα σε εφημερίδες και περιοδικά έγραφα αυτά που γράφω και σήμερα στο blog μου.... απλώς προσπαθώ να τα γράψω blog-ένια.

Γιατί βάζεις κώλους... μου διαμαρτύρονται συνήθως με e-mail.
Βάζω κώλους γιατί όλα γύρω μου είναι κώλος.
Βάζω κώλους προσεκτικά...κώλους που δεν θα χαλάσουν την εύθραυστη αισθητική πολλών... βάζω κώλους γιατί είναι το πιο κομψό κομμάτι του κορμιού... εκτός πια αν θέλετε να βάζω μασχάλες.

Είναι προφανές ότι η υπερ-πληροφόρηση διέλυσε την πληροφόρηση.Δείτε το με τα σκάνδαλα στην τηλεόραση.... σου λέει ο άλλος ότι υπάρχουν ... κοινοβουλευτικές ομάδες με μισθολόγιο σε βιομηχανίες και δεν ιδρώνει το αυτί κανενός.
Φάε, έναν κώλο λοιπόν, μπας και πάρεις το μήνυμα.





Μια χώρα εντελώς φαλοκρατική (γειά σας αδέλφια) είναι φυσικό να είναι τίγκα στους αχόρταγους πασάδες και τις στεναχωρεμένες γυναίκες.
Γιατί έχουμε σκάνδαλα;
Μα γι’ αυτό... γιατί άλλο;
Ξέρετε εσείς κανέναν χορτασμένο να κάνει σκάνδαλα;
Πώς τους κόψατε αυτούς με τις χειροπέδες;
Τους κόψατε για χορτασμένους; Δεν εννοώ οικονομικά.
Πάρτε λοιπόν εναν υπέροχο κώλο με πορτακαλί στριγκάκι, που στο κάτω-κατω είναι real και όχι feak.

Ολοι αυτοί οι αγάμητοι και οι αγάμητες ισοπεδώνουν τα νέα παιδιά. Ακούς από το στόμα τους την λέξη «νεός» και την ακούς σαν βρισιά.
Βασικά τους μισούν γιατί είναι νέοι.
Φάε έναν κώλο προέκταση γόβας 18 εκατοστών, μπας και συνέλθεις παπάρα.

Δεν θυμάμαι καμμιά εφημερίδα ή κανένα κανάλι να αναφέρθηκε στην Ακρόπολη που ήταν στο ημίφως όλον τον Αυγουστο. Αν νομίζετε ότι δεν δημοσιογράφησα γράφοντας γι’ αυτό, κάνετε μεγάλο λάθος... εκτός κι αν νομίζετε ότι δημοσιογραφεί οι Τράγκας στα παράθυρα.
Ποιός έχει δίκιο;
Ο Τράγκας βέβαια... ποιός να’χει; Εγώ;
Μετριόφρων;
Αντε καλέ... αν αγάπες μου, η μετριοφροσύνη ήταν προτέρημα, να είστε σίγουροι ότι θα την είχα...
Ο Τράγκας έχει δίκιο...γιατί οι πιτσιρικάδες τον Τράγκα βλέπουνε, γιατί αυτον βλέπουν οι γονείς τους.... και γιατί αυτός είναι persona. (ΗΡΩΑ ΜΟΥ!!!!)
Να σας πω τί είναι αυτό που με έχει εντυπωσιάσει περισσότερο από όλα στον Τράγκα;
Σας ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΝΩ (τόχω δει με τα ματάκια μου) ότι υπάρχουν γυναίκες που μαλλιοτραβιούνται για το ποιά θα κερδίσει τον έρωτά του. Μιλάμε για μαλλιοτράβηγμα-μάδημα και θρήνο κανονικό.
Πώς το’χε πει ο «Καιρός» της «Ε»;
Ανάβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Φάε λοιπόν εναν κώλο στο ηλιοβασίλεμα για να πορευτείς εν ειρήνη.


Θέλω επίσης να πώ, ότι είμαι πολύ ευτυχισμένος. Είναι η πρώτη φορά μετά απο 19 χρόνια (από την εποχή του 9,84) που συνάντησα μονομιάς τόσο πολλούς ταλαντούχους ανθρώπους, εδώ στα blogs. Παιδιά με άποψη, με φρεσκάδα, με όραμα, με νέες ιδέες στην κωλότσεπη, που βλέπουν το μέλλον απρόσμενα ολοκάθαρα. Ο καθένας και η καθεμία εντελώς διαφορετικοί.
Σκοπεύουμε να κάνουμε πολλά.
Είμαι απίστευτα τυχερός, που στην ηλικία μου, με έχουν στην παρέα τους.
Σκοπεύουμε να κάνουμε πολλά.
Σας προειδοποιώ!
...με τη καλή έννοια του όρου.

21.9.06

Ερχομαι μωρο μου!

Ερχεται κάθε Πέμπτη βράδι γκαβλωμένος.
Τον υποδέχεται με ζαρτιέρες, στρίνγκ, κορμάκι, γόβες και απο πάνω ρόμπα νοσοκόμας ή σχολική ποδιά. Χαλάουα, μπικίνι, βαμμένα νύχια και άρωμα που’χει φέρει από το Μαρόκο, που της το’φτιαξε βεδουίνος για χάρη της.
Δεν την πάει ποτέ την εκδρομή που της υποσχέθηκε.
Δεν την γνωρίζει στους φίλους του.
Της κάνει πολλά δώρα.
Δεν την πάει ποτέ σινεμά ή σε ταβέρνα.
Φλερτάρει ασύστολα τις φίλες της και της κάνει υπονοούμενα για καμμιά παρτούζα.
Δεν τρώει ποτέ το φαγητό που του μαγείρεψε, γιατί «μετα» βιάζεται.
Το επόμενο 3μηνο θα χωρίσει για πάρτη της.
Δεν χύνει ποτέ μέσα της.

Και μετά βγαίνει στα blog η (κακο)γαμημένη και αρχίζει τα ρομαντικά. Συνήθως ποστάρουν στίχους από τραγούδια της Χαρούλας.

Απόψε θέλω να πιω/
θέλω να ξεφύγω απο τα όρια μου/
μέσα στον καπνο να εξομολογηθώ/
για τα χαμένα όνειρά μου
(Κουπλέ)
Θα ανάβω με τσιγάρα/
θα σβήνω με ποτά/
τώρα που πήρα τη λαχτάρα/
στάχτη να γίνουν όλα πιά.

Δεν τις λυπάμαι καθόλου. Ειδικά εκείνες τις Πέμπτες που τελευταία στιγμή του αρσενικού τους, του’τυχε κάτι και δεν θα’ρθει. (ή βαριέται ή γαμάει κάποια άλλη).
Και τί να τα κάνει τώρα τα γαμημένα τα φιλετάκια με τα σπαράγγια;


Σταμάτα μωρέ.
Την άλλη Πέμπτη πάλι (πιθανότατα) γκαβλωμένος θα’ναι.

Αυτος ο άνθρωπος θα σε καταδιώκειειειειει/
σαν ενοχή που δεν ξεπλήρωσες ποτέεεεεε/
και αν στην επόμενη ζωή του πεις το όχι/
πάλι μπροστά σου θα τον βρεις θες δεν θεεεεεες

Να το κάνει τελικά εκείνο το piercing στον αφαλό, που της είπε ότι του άρεσε;

19.9.06

Εισπνοη-εκπνοη, εισπνοη-εκπνοη! Τι αγχος κι αυτό!


-Εχω άγχος!
-Τί άγχος;
-Τί θα πει «τί άγχος;»...αγχένιο...
-Γιατί;
-Ε, να μην έχω;
-Μωρέ έχε... γιατί ρωτάω!
-Παράτα με...έχω άγχος είπαμε.

Οσοι άνθρωποι δέν κολυμπούν, το παθαίνουν γιατί έχουν άγχος ότι δεν θα επιπλεύσουν. Οσοι δεν κοιμούνται έχουν άγχος ότι δεν θα κτυπήσει το ξυπνητήρι. Οσοι δουλεύουν σαν σκυλιά έχουν άγχος ότι θα τους απολύσουν. Χωρίς άγχος και θα κολυμπούσαν, και το ξυπνητήρι θα κτυπήσει και θα δούλευαν πιο χαλαρά. Εχετε δει κανέναν τεμπέλη να έχει άγχος;
Ναι, αλλά είναι τεμπέλης.
Σύμφωνοι, αλλά δεν έχει άγχος.

Το’χω ψάξει το θέμα.
Και βασικά δεν έχω καταλήξει πουθενά.

Χθες μιλούσα με μια φίλη μου στο τηλέφωνο. Είναι ικανή να πουλήσει γουνινο καπέλο σε μαραθωνοδρόμο τον Αυγουστο. Είναι όμορφη. Είναι ευτυχισμένη. Κοιτάζει τη ζωή μέσα από ένα ορθάνοικτο παράθυρο, έχει ολοκάθαρη ματιά και μια αρμαθιά σπάνια ταλέντα.
Για ένα διάστημα έμεινε χωρίς δουλειά.
Αγχος.
Αυριο θα πάει στην καινούργια της δουλειά.
Αγχος.
Γιατί; (Μαλακία ερώτηση, αλλά την κάνω δεκτή!)
Επειδή, μπορεί να μην ανταποκριθεί στην εμπιστοσύνη που της έδειξαν.
Ουγκ!
-Δηλαδή;
-Ρε παιδί μου, έχω προφισιενσι, αλλά ξέρω γω τί αγγλικά θέλουν;
-Τί αγγλικά να θέλουν δηλαδή;
-Ξέρω γω...
-... επιπέδου...για να μιλήσεις χωρίς κείμενο επί δίωρο στη Βουλή των Λόρδων παρουσία της Βασίλισσας Her Self;
-Εμ δεν νομίζω....
-Τότε γιατί έχεις άγχος... εχεις προφίσιενσι το γαμημένο... τί να’χεις δηλάδή; Συστατική επιστολή από τον Αντονι Χόπκινς;
-Ολα εύκολα τα’χεις εσύ!
-Παιδί μου, έχω δώσει συνέντευξη στο BBC και τα αγγλικά μου τα’χω μάθει βασικά από την Σύνθια, μια Αμερικάνα γκόμενα στη Γλυφάδα. Ανθυποπλοίαρχος του Αμερικάνικου Στόλου....από τη Λουζιάνα... she was singing the blues…Και συ πουχεις προφίσιενσι, έχεις άγχος μην και δεν τα καταφέρεις στην καινούργια σου δουλειά;
-Αχ, άσε με θα σκάσω!

Λοιπόν σκέρτσο είναι... το σκεφτόμουνα όλο το μεσημέρι... δεν εξηγείται διαφορετικά. Δικαιολογία για να μη φχιαριστιούνται 100% τη ζωή.

Κάποτε –σε νεαρή ηλικία- είχα ένα (πρώτο) ραντεβού με τον Χρήστο Λαμπράκη. Πρωινιάτικα... στη Χρήστου Λαδά. Ηταν η εποχή που ήταν εντελώς ιγκόγκνιτο και κυκλοφορούσαν διάφορα μυθικά για εκεινόν. Είναι προφανές ότι μου άρεσε ότι θα τον συναντούσα. Εμενα κοντά στο παλιό Διεθνές Αεροδρόμιο... στο Ελληνικό. Εφυγα κανονικά στην ώρα μου... και αρκετά νωρίτερα μάλιστα. Βγήκα στη Βουλιαγμένης. Εκείνο το πρωινό στο ύψος του Α’Νεκροταφείου περνούσαν κάθετα στη Βουλιαγμένης, έναν σωλήνα και στο Σύνταγμα είχε συλαλλητήριο.
Εφτασα στη Χρήστου Λαδά με μία ώρα καθυστέρηση.
Ημουν 10 χρόνια στο επάγγελμα, ήταν τέλη της δεκαετίας του ’80 και ήθελε να με δεί ο Χρήστος Λαμπράκης, για να ακούσει τη γνώμη μου για κάποιο περιοδικό και για όσους ξέρουν, είναι σαν σήμερα να είσαι πιτσιρικάς να παίζεις γενικώς μπάσκετ και ξαφνικά να θέλει να σε δει προσωπικώς ο Παναγιώτης Γιαννάκης.

Ε, δεν θα το πιστέψετε, αλλά άγχος δεν είχα που αργούσα...
Δεν είχαμε καν κινητά τηλέφωνα, να πάρω να πω: Χρηστο, θα αργήσω κανένα μισάωρο!
Οταν έφτασα τριαλαρούμ-τριαλαράμ με περίμεναν στο ισόγειο του ΔΟΛ, μερικοί διευθυνταράδες. Το άχγος τους έβγαινε από τα αυτιά.
-Ποιός ήταν αυτός ο μαλάκας που έστησε μια ώρα τον Λαμπράκη;
Με σούρανε στο ασανσέρ - όπου με επέπληξαν υποτιμητικότατα, αυστηρότατα και πολύ μουράτα- και φτάσαμε στο ρετιρέ, όπου ήταν ή αίθουσα συσκέψεων. Ενα θρυλικό δωμάτιο. Τρομερά πορτρέτα, φτιαγμένα από εξαιρετικούς καλλιτέχνες στους τοίχους.
Κάτιο σαν να περίμενα να με δει ο Ελευθεριος Βενιζέλος.
Σε μισό λεπτό μπήκε ο Χρήστος Λαμπράκης.
Με χαιρέτησε και με μια πρόταση του εξήγησα ότι άργησα γιατί συνάντησα έργα και συλαλλητήριο. Μου χαμογέλασε και για μισό λεπτό κουβεντάσιαμε για τη φρίκη της κίνησης στην Αθήνα.
Μου έκανε εξαιρετικά καλή εντύπωση πόσο εύκολα ξεπέρασε το γεγονός ότι τον έστησα. Προφανώς καταλαβε ότι δεν μπορούσα να ανοίξω λαγούμι, κάτω από τον σωλήνα της ΕΥΔΑΛ για να φτάσω στην ώρα μου. Ισως να του’κανε εντύπωση ότι τον έστησα... αν και πραγματικά πιστεύω, ότι διέκρινε πώς δεν ήμουν αγχωμένος και μάλλον του άρεσε.
Και αλήθεια δεν ήμουν αγχωμένος.
Οχι, επειδή είμαι ατρόμητος... γιατί δεν είμαι... αλλά επειδή είμαι αρκετά αναίσθητος, για πράγματα που δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να αλλάξουν.

Στην αίθουσα, άλλωστε, οι μόνοι που δεν είμασταν αγχωμένοι ήταν ο ίδιος κι εγώ... οι υπόλοιποι με το ζόρι απέφυγαν το εγκεφαλικό.... σας μιλάω για ονοματάρες της εποχής, που έτρεμαν σαν το ψάρι.... μπας και ο μαλάκας (εγώ δηλαδή) που του έφεραν, πει καμμιά λέξη παραπάνω...
Σας πληροφορώ ότι και τη γνώμη μου είπα και τη δουλειά την πήρα.
Μπορεί να είμαι αφελής, αλλά εγώ δεν τον βρήκα απειλητικό τον άνθρωπο. Αντιθέτως τον βρήκα πολύ κύριο, και έχω να θυμάμαι ότι ότι όσα μου είπε για τα ΜΜΕ τα είδα να γίνονται 10 χρόνια μετά.

Αρα.... άρα είχα δίκιο που δεν αγχώθηκα.
Φαντάζομαι ότι φαντάζεστε πόσους αγχωνένους εβλεπε και συνεχίζει να βλέπει καθημερινά αυτός ο άνθρωπος. Φαντάζομαι να φαντάζεστε, τί βλακείες θα του’χα πει, αν ήμουν αγχωμένος ή αστροπελεκιασμένος που άργησα...

Φυσικά και δεν τον ξανάστησα στις άλλες 3-4 φορές που τον ξανασυνάντησα. Φυσικά και ήμουν μια ώρα πριν. Οχι γιατί είχα άγχος, αλλά γιατί έπρεπε να τιμήσω το γεγονός ότι δεν με ισοπέδωσε-εξαφάνισε-ατμοποίησε εκείνο το πρωινό.

Να σας πω το πιο αστείο:
Ολοι οι υπόλοιποι παρόντες ποτέ δεν με συγχώρεσαν. Δεν αρέσει σε όλους να τους κοιτάς στα μάτια.
Αν το πλήρωσα;
Ουουουου!
Ναι, αλλα εγώ άγχος εκείνο το πρωίνό που περνούσανε τηλέφωνο στο Α’Νεκροταφείο δεν είχα..

Μήπως αγόρι μου, είσαι λίγο πιο πολύ απο «αρκετά» αναίσθητος;
Η αλήθεια είναι ότι το ψάχνω.

16.9.06

Σουπριζ

Προχθές πήγα να συναντήσω για επαγγελματικούς λόγους έναν κύριο. Ηξερα από πριν ότι ήταν ένας σκληρός, τετράγωνος και έμπειρος manager.
Πάντα βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, άμα συναντώ τέτοιους τύπους. Προσπαθώ να το αποφύγω με κάθε τρόπο. Αυτη τη φορά όμως έπρεπε να πάω.
Πήγα λοιπόν.
Ηταν όπως τον φανταζόμουν.
Τυπικά ευγενικός. Με κέρασε μια πορτοκαλάδα, φυσικά δεν τόλμησα να καπνίσω γιατί όλα φώναζαν ότι «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ» και αμέσως μπήκαμε στο θέμα.
Είχε μια άποψη και αυτό ήταν.
Τα υπόλοιπα ήταν μπούρδες.
Το αντιπαθώ αυτό.
Προσπάθησα να του πω τη δική μου άποψη.
Πολύ γρήγορα με διέκοψε με μια κίνηση του χεριού.
-Αυτό είναι πολύ προσωπικό. Δεν έχω τέτοιο ενδιαφέρον.
Η συζήτηση είχε τελειώσει. Μην φαντασθείτε ότι ήμουν θυμωμένος ή κάτι τέτοιο. Απλώς δεν συμφωνήσαμε. Κάθε μέρα συμβαίνει αυτό.
Σηκώθηκα και του άπλωσα το χέρι.
-Χάρηκα.
-Κι εγώ το ίδιο. Καλημέρα σας.
Με συνόδεψε μέχρι την πόρτα και λίγο πριν την ανοίξει έκανε κάτι που με έξέπληξε.
Με ακούμπησε φιλικά στην πλάτη.
-Ξέρετε, κι εγώ μιλάω ευκαλυπτιανά! μου είπε.
(Αναφερόταν για ένα post –πολύ προσωπικό- που είχα γράψει.)
-Χρειάζεται πολύ θάρρος για να γράψετε κάτι τόσο προσωπικό. Μπράβο.
-Ειστε και σεις blogger;
-Καλημέρα σας! μου είπε και άνοιξε την πόρτα.


* Πώς το’λέγε η γιαγιά μου; Α, ναι! Αλλα τα μάτια του λαγού και άλλα της κουκουβάγιας.

15.9.06

χωρις βαζελινη


Ηθελα να κάνω πλακίτσα για την 4άρα του Ολυμπιακού;
Κράξτε με όσο θέλετε... αλλά πρώτα θα αυτομουτζωθώ για να το φχαριστηθώ.
Από τη Μεταλούργκ, ρε κοπρίτες;
Φαντάσου να παίζαμε με τη Βαλένθια.

13.9.06

Βοηθημα...

Ψάχνοντας στο διαδίκτυο να βρω κώλους για να έχω στοκ για εικονογράφηση, συνειδητοποίησα, βλέποντας τα πρόσωπα διαφόρων γυναικών, ότι δεν είχα ιδέα τί σκεφτόντουσαν αυτές οι γυναίκες.
Την παραμικρή ιδέα.
Ετσι σκέφτηκα ότι ίσως να μπορείτε να βοηθήσετε, ΕΣΕΙΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ.
Θα ήθελα τη γνώμη σας για τό τί (νομίζετε) ότι σκέφτονται οι κοπέλες στις φωτογραφίες. Δηλαδή τί σκέφτεται ένα θηλυκό, όταν έχει αυτη την έκφραση, αυτη τη στάση, κ.λ.π.

Οσες φορές προσπάθησα στη ζωή μου, να φαντασθώ τί σκέφτεται μια γυναίκα, έκανα ΠΑΝΤΑ λάθος. Και το χειρότερο: Ημουν σίγουρος ότι είχα καταλαβει εντελώς σωστά.

Αντε λοιπόν γλυκιές μου, για βοηθείστε έναν ... άσχετο.... πεινασμένο για γνώση.

Είκοσι φωτο, που μου έκαναν εντύπωση. Σημειώστε, ότι δεν τις βρήκα σε πορνο-sites,αλλά σε site με contest digital photos.

Οι αρσενικοί ας μην μπουν στον κόπο. Ενα αρχίδι ξέρουν.... όπως κι εγώ άλλωστε.

(Pascal, μην αρχίσεις τα nicknames, ΟΚ?)

























Φτου! Ατυχία!






Tip:
Οσοι και όσες δεν γνωρίζετε ποιός είναι ο κ. Αμπντεσλάμ Ουάντου, σας πληροφορώ ότι είναι Μαροκινός, ποδοσφαιριστής και βοήθησε όσο κανένας άλλος να φάει χθες 4 γκόλ ο Ολυμπιακός.
Φυσικά, είναι παίκτης του Ολυμπιακού.


11.9.06

Προσοχη! Ελαφια!

Ημουν στο Balthazaar.
Πολύ μουράτο club.
Πολύ ακριβό.
Και το φας πόρτα, είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο.
Κάθομαι στο βάθος του μπαρ.
Στρατηγική θέση. Δεν βγαίνει και δεν μπαίνει κανένας που να μου ξεφύγει.
Ολα τα πιπίνια-αρπακτικά της Αθήνας (βασικά της μείζονος περιοχής πρωτευούσης –άκου μαλακία όρο που είχαν εφεύρει-) ...
-Πού μένεις;
-Στην μείζονα περιοχή πρωτεούσης.
(όχι μαλακίες.... το’λεγες και γέμιζε το στόμα σου!)
Τρομερά πιπίνια.
Μιλάμε για τρο-με-ρά πιπίνια.
Πέντε-πέντε...οκτώ-οκτώ...
Τί διάολο λένε αναμεταξύ τους;
Αποκλείω τη συζήτηση περί Εθνικού Ακαθαριστου Προϊόντος.
Την κάνω προς τα εκεί συνήθως τα βράδια... γύρω στη μία.... όταν το βατραχοκόριτσο έχει διάθεση για chat. (Mιλάμε για φοβερή chat-πολυλογού... βαράει το ένα enter μετά το άλλο.... Υπέροχη γυναίκα. Μεγάλη καρδιά. Πολύ πυροβολημένο άτομο...)
Τί λέγαμε;
Α, ναι... όταν είμαι στα up μου... ντουσάκι... αυτοκινητάκι... και αργά για ποτό στο Balthazaar.
Τίς προάλλες... το ξέρω ότι δεν θα με πιστέψετε, αλλά είναι αλήθεια... μπαίνει μια απίστευτη ξανθιά... ελάφι σε μορφή γυναίκας... με χείλια κούτσου-κούτσου βεντούζα, μάτια ...τί να σας λέω τώρα... με κοιτάει και έρχεται ντουγρού. Στέκεται δίπλα μου... μου πιάνει το γόνατο (αυτο και ενα άλλο (που δεν σας το λέω) δεν σας το συστήνω να μου τα κάνετε, είδικά αν είστε άγνωστές μου) ...
Με κοιτάει στα μάτια και μου λέει με φωνή Μαντόνα στα ντουζένια της:
-Χάϊ!
-Χάϊ, λέω κι εγώ.... τί να πω; “Ποιός πιστεύεις ότι θα βγεί Δήμαρχος;”
Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν προλαβαίνω να πω τίποτα, γιατί μου αρπάει το πηγούνι και μου χώνει (σωστό ρήμα) ένα φιλί... απ’ αυτά που θα κάνω τρία χρόνια να πάω σε Ω.Ρ.Λ.Α.
Μιλάμε ότι η αυτοπεποίθηση μου κάνει γκελ στο ταβάνι, περνάει από την φαλάκρα μου, διαπερνά το σώμα ξανακάνει γκελ στο πάτωμα και σταθεροποιείται κάπου μέσα μου....αδιόριστα πού.
Ωραία περνάμε...
Είναι Φινλανδέζα και ζει καμμιά 10αριά χρόνια στην Ελλάδα.
Μιλάει μια χαρά ελληνικά.
-Αγκάπη μου, κάρηκα τόσο που σε βρίσκω!
-Εγώ να δεις! Είχα έρθει και χθες....
Ποτέ στην ζωή μου δεν έχει κολλήσει τόσο πολύ πάνω μου άγνωστη μου γυναίκα....
Και συγγνώμη, doll μου + καλτσό, αλλά μιλάμε γι αυτο που πολύ χαρακτηριστικά ο λαός, ονομάζει με μεγάλη σοφία: μουνάρα.

-Γιατί δεν ρωτάω;
-Δηλαδή, τί να ρωτήσω; Συγγνώμη, δεσποινίς μου, γιατί με φιλάτε; Γιατί με κουτουπώνετε γενικώς;
Μυρίζει τσίχλα.
Χαμογελάει συνεχώς και επίσης συνεχώς κάνει το άλλο, που δεν μπορώ να σας πω.
Αν ζούσε ο μακαρίτης ο Μπονάτσος ( μια μέρα πρέπει να γράψω για τον Βλάση. Κάναμε για 2 χρόνια παρέα, μόλις είχε χωρίσει από την Βουγιουκλάκη. Διατηρώ εξαιρετικές αναμνήσεις)… θα ήμουν σίγουρος ότι αυτός, μου’χε κάνει την φάρσα.
Τοο good to be true.
Oι φίλοι μου ( η Ντόμη, η Ρένα, ο Τάκης... έχω μάρτυρες) με κοιτάζουν έκπληκτοι.)
Το ελάφι-γαζέλα-μάνα, δεν μπορώ τώρα-φίδι, λέει στις τρίχες του αυτιού μου:
-Μωγιό μου, θα κάτσουμε πολύ εντώ;
(Πάρτην και φύγε τώρα, μου λέει μια φωνή μέσα μου. Την αγνοώ!)
Κάποιος πούστης, μου κάνει πλάκα. Δεν μπορεί....
-Ας πιούμε ένα ποτάκι, λέω...
Το σίγουρο που έχω είναι αυτο που έλεγε ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος:
-Χούφτωστην... χούφτωστην....
Βρέχει τα χείλη της με το ποτό μου και με κοιτάει παιδιάστικα. Θα’ναι καμμιά 30αριά.
Λέμε διάφορα.... από απόσταση max 8,5 χιλιοστών...
Για κανένα 10λεπτο...
Ευτυχώς είμαστε στο βάθος του μπαρ...ψιλο-σκοτάδι... και γίνομαι (αν γίνομαι) όσο το δυνατόν λιγότερο ρεζίλι...
Ε, αφού θέλει να φύγουμε... μην το παραγαμίσουμε κιόλας... τί να σε φάει λύκος... τί να σε φάει αρκούδα.... άστε που εδώ μιλάμε για ελάφι...
Μαζεύουμε τα πράγματα...
Οι φίλοι μου κάνουνε πούνε κάτι... αλλά το βλέμμα μου τους το απαγορεύει...
Εκείνη τη στιγμή, μπαίνει στο μαγαζί ένα τύπος φαλακρός, με μουσάκι, γυαλιά... και κάθεται ο χριαστιανός, εκ διαμέτρου αντίθετα.
Το ελάφι... ελαφιάζεται...
-Συγγνώμη!
-…..
-Λάθος φαλακρός. Ι ‘m sorry μωγιό μου.
Eχετε δει καλαμιά στον κάμπο;
Ε, έτσι μ’αφησε….
Ψυχροί άνθρωποι αυτοί οι βόρειοι.

Πέρασε σαν αερικό μέσα από τον κόσμο. Πλησίασε τον φαλακρό Νο.2 και του΄χωσε ένα φιλί, που δεν θα χρειασθεί για τα επόμενα 2 χρόνια να πάει κ.λ.π. κ.λ.π....
Γίνεται χαλκομανία πάνω του κι ότι διαθέτει από σάλιο του το απλώνει στο σώμα που δεν είναι καλυμένο από ρούχα. Υποθέτω ότι θα είχε σχέδια και για πιο προχωρημένα πράγματα.
Μυρίζω ενστικτωδώς τα χέρια μου. Εχουν τη μυρωδιά της. Θα κάνω δυο βδομάδες να τα πλύνω.
Σαν να διαβάζω τα (αααααααααααααααααααχ) χείλη της:
-Μωγιό μου, θα κάτσουμε πολύ εντώ;
Ο φαλακρός Νο.2 δεν φέρνει αντιρρήσεις (όπως ο μάλαξ φαλακρός Νο.1) περνάει το χέρι του στην (ααααααααααααααααααααααχ) μέση της και την παίρνει να φύγουν.... Εκείνη κατα την διαδρομή του πιπιλάει τ’ αυτί.
Η Πιπιλή μου στέλνει φιλιά απο απέναντι.
Το ελάφι και ο σωστός φαλακρός χάνονται στο σκοτάδι.
Ο Τάκης (που δεν χάνει κουβέντα σε ακτίνα 10 μέτρων) με κοιτάει:-Ηθελες κι άλλο ποτό, παπάρα ε; Ε; Ηθελες κι άλλο ποτό, παπάρα;
Το’χεις δει το έργο με τον Παπαγιαννόπουλο και τον Κωνσταντάρα;
Τί μυρίζεις το χέρι σου, ρε βλαμμένε, που μου’θελες κι άλλο ποτό...





-ΥΓ. Δεν μου λες ρε Pascal, εσύ όλα αυτά που γράφεις από το κεφάλι σου τα βγάζεις; Σε ζηλεύω αδελφέ μου.

7.9.06

Kωλο-Ακροπολη

Οπως σας έχω ξαναπεί ζω την μεγάλη ευτυχία: η βεράντα μου να είναι απέναντι από την Ακρόπολη. Το ονειρεύμουν απο παιδί και έτυχε… πραγματικά έτυχε… μια βόλτα…ενα ενοικιαστήριο… μια καταπληκτική κυρία που έζησε έναν μεγάλο έρωτα σ’ αυτο το διαμέρισμα,… τα κείμενά μου που της άρεσαν… και νάτο… Ούτε ακριβό…ούτε φτηνό…
Πόσο κοστίζει άλλωστε αυτό που βλέπω;
Αν ήταν οποιοδήποτε άλλο σπιτι θα είχα φύγει μετα τον χωρισμό. Αυτό είναι άλλωστε και το σωστό: Οταν χωρίζεις, αλλάζεις χτένισμα (πράγμα δύσκολο για μένα) περιβάλλον, κ.λ.π.
Το σκεφτόμουν, όταν είδα τον Παρθενώνα να μου δίνει μια στιγμιαία μούτζα.
.Μοιράστηκα τις σκέψεις μου με τη φίλη μου την Αννα!!
-Θες να φύγεις από δω;
-Μάλιστα!
-Είσαι ψυχικά διαταραγμένος;
-Μάλιστα!
-Είσαι πνευματικά καθυστερημένος;
-Μάλιστα!
-Και θα πα να μείνεις σε ένα σπίτι που θα βλέπεις τον απέναντι τοίχο ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιο θλιβε πάρκο;
-Μάλιστα!
-Συγκεντρώσου στο χέρι μου!
-Μάλιστα!
-Πάρτα, μαλάκα!

Δυο μούτζες η μία από τον Παρθενώνα και η άλλη από μια φίλη, είναι πολύ.
Ετσι έμεινα.

Ρε παιδιά, το τί κάνουμε σ’ αυτην την Ακρόπολη δεν περιγράφεται.
Μου κάνει τρομερή εντύπωση , που δεν την έχουμε βομβαρδίσει ακόμα. Αλλωστε , ας μην ξεχνάμε ότι κανένας ξένος δεν τόλμησε να την πειράξει, πλήν ενός φιλ-έλληνα!
Θα σας πω ένα μόνο για να καταλάβετε:

Τέλη Ιουλίου… του φετινού… βγαίνω βραδάκι στο μπαλκόνι και το 1/3 του βράχου είναι σκοτεινό. Μαύρο σαν καλιακούδα. Τουλάχιστον για 20 ημέρες παράμενε …σκοτεινό. Θλιβερό.
Μίλησα με οποιον μπορείτε να φαντασθείτε.
Οι περισσότεροι με έγραψαν και αυτοί που ενδιαφέρθηκαν μου είπαν ψύχραιμα:
-Ελα μωρέ Αυγουστιάτικα τώρα! Πού να βρεις άνθρωπο τώρα;
Μένω μαλάκας.
Επειδή ακριβώς είναι ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΑ η Ακροπολη πρέπει να λάμπει. Αυγουστιάτικα είναι η εποχή που έρχονται οι τουρίστες, που όταν σκέφτονται Athens, αμέσως συμπληρώνουν Akropolis.
Tίποτα. Δεν γινόταν τίποτα σας λέω.

Ενα βράδυ μου τηλεφωνεί ο Γιάννης Μιχελάκης, δθιευθυντής ειδήσεων του ΑΝΤ1, φίλος μου από παλιά.
-Σου στέλνω τώρα ενα MMS του λέω.
-Τί είναι αυτό; με ρωτάει μόλις το παίρνει.
-Η Ακρόπολις, σκοτεινή. Ενα μήνα τώρα….στο μέσο της τουριστικής σεζόν. Ελεος μωρέ…. Και μετά κλαίγεστε ότι δεν έχετε θέματα το καλοκαίρι.
-Θα στείλω αυριο βράδυ ενα συνεργείο.
Την μεθεπόμενη –δεν ξέρω τί έγινε- αλλά το σκοτεινό μέρος φωτίστηκε.

Φαντασθείτε το Παρίσι με σκοτεινό τον Πύργο του Αιφελ… που ο συγκεκριμένος Πύργος είναι και μια παπαριά και μισή. Μάλλον θα είχαν θάψει κάτω απο παντεσπάνι τον τριαλαρούμ Δήμαρχό τους.
Εμας εδώ…στα αρχίδια μας.

Ετσι σκέφτηκα τους κώλους.
Δεν είχα σκοπό να βάζω κώλους στο blog.
Me προβληματιζε όμως πολύ το θέμα της εικονογράφησης.
Σκέφτηκα λοιπόν να το λύσω μια δια παντός βάζοντας μερικές ψιλο-σέξυ φωτο, που θα έβρισκα στο internet.
H χαρά μου να τις περιποιηθώ στο Photoshop ήταν μεγάλη.
Ετσι έφτιαξα τις πρώτες με έναν παχουλό, στητό, πολύ προκλητικό βραζιλιάνικο κώλο, που φορούσε ένα σκισμένο καλσόν….

Eγώ έγραφα διάφορα ψιλοστεναχωρεμένο-προβλήματισμένα για τον χρόνο που σταμάτησε και ξαφνικά με πλακώσανε στα e-mail για τους κώλους…
Mεγάλο σουξέ οι κώλοι.
Κωλο-κατάσταση, που λένε.

Ετσι σκέφτομαι να κάνω το blog του κώλου.
Να το κ(ω)λάσουμε λίγο το πράγμα.
Πρέπει να πω ότι δεν είναι η πρώτη φορά που κάνω απόπειρα δημοσίευσης κώλων. Οταν δούλευα πριν απο λίγα χρόνια στην “Αθλητική Ηχώ” πέρασα ένα στριπάκι, που λεγότανε “Οι κολασμένες” όπου πρωταγωνιστούσαν-σχολίαζαν την αθλητική επικαιρότητα 4 υπέροχοι κώλοι (η Γωγώ, η Μάγκι, η Νίκη και η Αλέκα)…
Εγινε χαμός.

Δεν έχω κανένα ιδιαίτερο κόλλημα με τους κώλους… ή μήπως έχω; …μπααααα, δεν έχω! ….μμμμμ… τί να σας πω πάλι!

Τρομερό shape πάντως. Ετσι;

Ενας άλλος λόγος που διάλεξα κώλους, είναι γιατί λατρεύω όλες αυτές τις ξέκολες, που φωτογραφίζονται με προτεταμένο τον κώλο. Μιλάμε ότι η Γωγώ έκανε μεγάλη καριέρα προβάλοντας την στάση: Πάω με τον κώλο. Η Γιολάντα επίσης. Η Ινα επίσης…αντιθέτως όχι η Βάνα, που την είδε πιο Μπουμπουλίνα.
Πάντα είχα την απορία, τί λέγανε οι μαμάδες τους όταν έβλεπαν δημοσιευμένες αυτές τις φωτογραφίες.
(Φυσικά δεν μπήκα στον κόπο να προβληματιστώ τί έλεγε ο μπαμπάς τους, ειδικά στους φίλους του που απολαμβάνανε τον κώλο της δικής του κόρης, στα καφενεία. Υποθέτω με σχόλια.)
Λοιπόν, όσο και να σας (μου) φαίνεται παράξενο: Δεν λένε τίποτε.
Αντιθέτως κουβαλάνε μαζί το περιοδικό(α) και το δείχνουνε με καμάρι στην πρώτη ευκαιρία:
-Αυτός ο κώλος είναι η κόρη μου!

Μερακλίδικος λαός.
Να πάω εγώ κόντρα στην λαϊκή θέληση;
Θα ρίξει κεραυνό ο Θεός να με κάψει.

To πιο δύσκολο είναι η επιλογή του καλύτερου κώλου.
Μεγάλο εθνικό πρόβλημα εδώ και αιώνες.
Πιο παλιό και από την Ακρόπολη.


PS. Φυσικά και είμαι Παναθηναϊκός; Βά-ζε-λος!

4.9.06

Οι αλλες γραμμες

Αυτό το γράφω απο την Πάρο.
Είναι 06.13 το πρωί.
Σ’αυτο το δωμάτιο έχω περάσει μερικές από τις ωραιότερες μέρες της ζωής μου.
Δεν είναι το σπίτι μου, αλλά το νιώθω σαν το σπίτι μου.
Εδώ είναι οι φίλοι μου.
Η ασφάλεια μου.
Εδώ είναι το τοπίο.
Η σιγουριά μου.
Τα πιτσιρίκια, που τα βλέπω να μεγαλώνουν από την ημέρα που γεννήθηκαν, γκρινιάζουν και διεκδικούν τα πάντα.
Θυμώνω και τους βάζω τις φωνές.
Λουφάζουν.
Μετανιώνω. Αν δεν τα διεκδικήσουν τώρα απο μας τους μεγάλους, πότε θα τα δικεκδικήσουν; Οταν γίνουν και αυτοί μεγάλοι; Χαχαχαχα! Μη λέμε μαλακίες.

Τραγούδαγε στη δεκαετία του ’70 ο μεγάλος Σταύρος Λογαρίδης (μαζί με τους Poll):

Εσυ γέρο που μιλάς/
Χωρίς να σκέφτεσαι εμάς/
Σκέψου λίγο τι εχεις κάνεις/
Οταν ήσουνα παιδί/
Ειχες κάποιον να σου πει/
ότι αυτό είναι σωστό ή λάθος/
Και συ θύμωνες γι’ αυτο/
Και λεγες «για το Θεό»/
Πείσμωνες στην γνώμη σου με πάθος/

Και ‘φτιαξα τραγουδι αυτο/
Για να δεις πως σ΄αγαπώ/
Μληπως έτσι καταλάβεις, γέροοοοοο/
Αν ρωτήσεις θα σου πω το μεγάλο μυστικο:/
Της ζωής τον οδηγό, τον ξέρω!/

(πολύ ποπ, αλλά πολύ αληθινό!)

Πήγα για ύπνο νωρίς (για τα μέτρα μου): Στη 01.00
Ξάπλωσα. Ημουν πολύ κουρασμένος. Είμαι πολύ κουρασμένος αυτη την εποχή.
Ξαφνικά γύρω στις 02.30 άνοιξα τα μάτια μου.
Αυτό το καλοκαίρι 3 φορές ένιωσα τη γη να φεύγει από τα πόδια μου. Κλείστηκα στο μικρό μου γραφείο. Κάθισα μπροστά στον υπολογιστή.Εγραψα...έγραψα... έγραψα... Κανείς δεν τα διάβασε. Δεν τα έγραψα γι’ αυτο άλλωστε. Σερφάρισα. Παρακολουθούσα τους φίλους μου στον blogo-κοσμο, χωρίς εγώ να γράφω λέξη. Εφτιαξα τηλεοπτικά σήματα για σταθμούς που δεν τους τα δώσω ποτέ. Εφτιαξα εκπομπές....σκιτσάρισα... άκουσα τη μουσική που αγαπώ...
Ομως γαμώ την πουτάνα μου, δεν είναι αρκετό.
Ζητησα 3 φορές βοήθεια (όπως το λέω) από 3 ανθρώπους, που έχουμε φάει ψωμί κι αλάτι μαζί και εκείνοι δεν μπήκαν στον κόπο να μου απαντήσουν.

Το «μόνος» εγινε πολύ επικίνδυνο. Αγρίεψε. Δεν μασάω όμως γιατί έχω μείνει 25 χρόνια μόνος, αγαπημένε μου main menu, και η μοναξιά είναι σαν το ποδήλατο. Aσε που συχνά πυκνά είναι και πολύ καβλιάρα.
Οταν όμως 3 διαφορετικοί άνθρωποι δεν αντιδράσουν στο «βοήθεια» τότε καταλαβαίνεις, ότι εκτός από τον αέρα που σε ακουμπάει, τα υπόλοιπα είναι αρχίδια μάντολες και υποτιθέμενες υπάρξεις.
Ξύπνησα λοιπόν με αυτη τη γεύση στο στόμα.

Οι πιτσιρικάδες είχαν κλειδώσει την πόρτα και κοιμόντουσαν του καλού καιρού. Αυριο όλα θα’ναι μια χαρά. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ. Δεν γίνονται αυτά.
Στο iPod, ο Στέλιος τραγουδάει.
«Να σου δωσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυιάλινε
Και να φτιάξω μια καινούργια, κενωνία άλληνε.»

Ο πατέρας μου, ο Αρχέλαος, έφυγε απ’ αυτον τον κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Δεν είμαι καλός στις ημερομηνίες. Εφυγε όπως ήθελε: στον ύπνο του, ευτυχισμένος, δουλεύοντας με την οικογένεια του χαρούμενη...με έρωτα...με αναγνωριση...με εγγόνια....
Είμαι πολύ ικανοποιημένος απ’ αυτο.
Δεν τον έκλαψα ποτέ.
Για να είμαι ειλικρινής, έκανα και μερικά χρόνια να τον σκεφτώ.
Εχει αρχίσει να μου συμβαίνει τώρα τελευταία... κανα-δυο χρόνια.
Ηταν τρομερός καλλιτέχνης.
Τρο-με-ρος.
Ζωγράφιζε και με τα δυο χέρια (αν και βασικά ήταν αριστερόχειρας). Αμφίχειρες λέγονται. Μόνο που εκείνος σκιτσαριζε ή έγραφε και με τα δυο χέρια... ταυτόχρονα. Το ενα σκίτσο αρνητικό και ο άλλο θετικό. Και αν τα έβαζες το ένα πάνω στ’ άλλο ήταν φωτοτυπία.
Κατασκευάζε τα χρώματά του.
Σκιτσάριζε παντού, προσπαθώντας να ξεφύγει από την επίπεδη επιφάνεια του χαρτιού.
Δεν φαντάζεστε πόσο τον καμάρωνα οταν έφτιαχνε γελοιογραφίες ή σκιτσάκια. Τρομερή μηχανή. Πόσες γελοιογραφίες φαντάζεστε καθημερινά; Βάλτε όποιο νούμερο θέλετε... 30-60-90... μέσα θα’στε...
Περνούσε από τον δρόμο, καθώς καθόταν στο παράθυρο, μια μηχανή με χίλια... πόσο την έβλεπε; Δυο δευτερόλεπτα ; Τρία; Αντε τέσσερα... Το βράδυ είχε φτιάξει 15 σκίτσα... Υπέροχα... από όλες τις οπτικές γωνίες... κάθε μιά με διαφορετικά χρώματα....
Μεγάλη καρδιά και με χώρο για όλους τους καλλιτέχνες.
Δεν τον θυμάμαι ποτέ να στράβωσε με δουλειά που του έφερναν δεκάδες νεαροί, που ήθελαν να κάνουν καρτούν ή γελοιογραφίες. Δεν τον θυμάμαι να είπε έστω και μια φορά κακό σχόλιο για δουλειά συναδέλφου του... αντιθέτως θαύμαζε πολλούς: Τον Κώστα Μητρόπουλο, τον αδελφό του Βασίλη (BAS), τον Στάθη, τον ΚΥΡ, τον Σκουλά, την Σχοινά, τον Κώστα Βλάχο.... όλους σας λέω... Απίστευτο.
Οταν βγήκε στην σύνταξη, έκανε την πραγματική δουλειά που ήθελε:
Γελοιογραφικά θεματικά βιβλία: (Οι Φιλιπινέζες, το Νερό-Νεράκι, Οικολογία, κ.λ.π.)
Τα έβαζε μέσα σε κίτρινους μεγάλους φάκελους και ελεγε:
-Τον άλλον μήνα θα το εκδόσω.
Ηταν όμως καλλιτέχνης. Ποτέ (πλήν της δουλειάς του) δεν πούλησε ποτέ σε κανέναν τίποτε. Μόνο ΧΑΡΙΖΕ. Δεν τα εξέδοσε ποτέ (Το όνειρο μου, είναι να τα κάνω κάποτε κινούμενα σχέδια στο ιnternet. Συμφωνείς kaltso;) Κάθε 15 μέρες, λοιπόν, με φώναζε σπίτι, άπλωνε καμμιά 200αριά γελοιογραφίες στην τραπεζαρία και μου τις έδειχνε.
Με εμπιστευόταν, γιατί του έλεγα ευθέως την γνωμη μου, καθώς οι υπόλοιποι (η μάνα μου, οι συγγενείς και φίλοι) τον θαύμαζαν τόσο πολύ, που όλα εξαιρετικά τα εύρισκαν.
Τα κοιτούσα με προσοχή.
Καθόταν στην θέση του και δεν μιλούσε.
Εβγαζα στην άκρη καμμιά 25αριά που δεν μ’αρεσαν.
Σας έγραφα σε προηγούμενο post, ότι δεν υπάρχει καλλιτέχνης που γουστάρει να του κριτικάρουν τη δουλειά του. Ο πατέρας μου δεν ήταν εξαίρεση.
Κατεβαζε τα μουστάκια... και μάζευε τα σκίτσα ψιλο-πληγωμένος.
Δεν ήθελε πολυ για να παρατηρήσει κανείς, ότι τα σκίτσα που είχα ξεχωρίσει, καθώς τα μάζευε, τα έβαζε πάνω-πάνω.
Ερχόμουν καμμιά φορά όταν έλειπε και άνοιγα τους φακέλους.
Είναι πολύ συγκινητικό (για μένα) αλλά είχε πετάξει όλα όσα δεν μ’αρεσαν.
Ετσι κάνουν όλοι όσοι έχουν το ταλέντο στο τσεπάκι τους.
(Ο Πάριος, μου είπε, ότι εκείνη η γενιά, δεν είχε το ταλέντο στο τσεπάκι της, αλλά το’χε ραμμένο πάνω της....)
Μια φορά με φώναξε για να μου δείξει ένα ολοκαίνουργιο βιβλίο.
Δεν θυμάμαι το θέμα, γιατί θυμάμαι κάτι άλλο πιο σημαντικό:
Ηταν ΟΛΑ τα σκίτσα, επιεικώς χάλια.
Δεν είχαν γραμμή...είχαν διορθώσεις (πράγμα απίθανο για τον πατέρα μου)...είχαν έμπνευση...αλλά δεν ήταν καλά φτιαγμένα. Δεν μπορούσε πια να τα φτιάξει.
Σηκώθηκα από το τραπέζι και έκανα να πάω προς την κουζίνα.
-Λοιπόν; με σταμάτησε.
Γύρησα και τον κοίταξα και κοιτάζοντας τον στα μάτια, του είπα γα πρώτη φορά ψέμματα για τη δουλειά του:
-Είναι όλες καταπληκτικές.
Χαμογέλασε, όπως χαμογελούσε κάθε φορά που έκανα κάποια αταξία.

Δεν θα την ξεχάσω ποτέ εκείνη την ημέρα.
Εκείνη την ημέρα είχα παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο, ένα Uno Turbo, που μου είχε δανείσει για μερικές ένας κολλητός μου, που μαζί είχαμε κάνει απίστευτες αηδίες.
Του τηλεφωνησα:
-Μπορώ να το πάω στα όρια του;
Γνωριζόμασταν χρόνια.
-Χρειάζεται; με ρώτησε απαλά.
-Απολύτως, αδελφέ.
-Ε, τότε βάλε τη ζωνη σου και γάμισε του τη μάνα. Πρόσεχε μόνο μη σκοτώσεις κανενανε.
Χαιρέτησα τους γονείς μου και μπήκα στο αυτοκίνητο.
Οι δυό τους με κοιτούσαν –όπως πάντα- από την εξώπορτα.
Η μάνα μου με σταύρωσε.
Καλά έκανε.

Κατέβηκα ρολάροντας την Θησέως και βγήκα στις Τζιτζιφιές.
Η παραλιακή στο Φάληρο είχε σχετική κίνηση.
Αυτο ήθελα. Ρίσκο.... ήθελα να το ισοπεδώσω αυτο που ένιωθα.
Αν εγώ έβλεπα ότι τα σκίτσα δεν ήταν καλά, εκείνος το’χε δει πριν ακόμα τα σχεδιάσει. Αυτο το ήξερα πολύ καλά.
Τωρα θα πέθαινε.
Πήγαινα με 4η και καμμιά 80αριά. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα... και τότε σαν να μην ήθελα να με δει κανείς, σανίδωσα το γκαζί και χωρίς να το αφήσω του κάρφωσα την 2α. Το τουρμπο απογειώθηκε... σχεδόν μου’βαλε τα δάκρυα πίσω στα μάτια. Δεν νομίζω να έχω οδηγήσει ποτέ τόσο γρήγορα...τόσο στα όρια... και ίσως λίγο πιο πάνω απ’ αυτά....
Ετρεχα να ξεφύγω από την αλήθεια.
Μια λάθος σχεδιαστική γραμμή ήταν ο κολαφός μου....
Ετρεχα (νομίζω) πάνω στις γραμμές του.

Είχα δίκιο.
Δεν ξαναφτιαξε βιβλίο.
Δεν μου ξανάδειξε ποτέ γελοιογραφία... γιατί προφανώς δεν ξανα’κανε καποια άξια λόγου...
Εξη μήνες μετά πέθανε.
Την τελευταία φορά που τον είδα,μου ζωγράφισε νοητά (όπως συνήθιζε) κάτι στον αέρα. Χαχαχαχαχαχα... ήταν και πάλι τέλειες οι γραμμές.

Δεν μπορώ να κοιμηθώ με τίποτα.
Φοράω το πουλόβερ μου και βγαίνω στην βεράντα.
Ο ήλιος είναι πίσω από την Νάξο (την πατρίδα του παππού Μανώλη Πρωτονοτάριου).
Οι πιτσιρικάδες θα ξυπνησουν όπου να’ναι.... και έχουν να ακολουθήσουν τις δικές τους γραμμές.

Οταν η Πίτσα Παπαδοπούλου το τραγουδάει με ξετρελλαίνει:
Ερωτα μου αγιάτρευτε και καϋμέ μου μεγάλε/
Ιστορία μου όμορφη της ζωής μου φινάλε/
Ερωτα μου-ερωτα μου μόνο εσύ με κυβερνάς/
Είσαι εσύ το κάτι άλλο στην καρδιά μου/ μές το αίμα μου κυλάς!

Σαν γελοιογραφία δεν είναι;




Kάντε αριστερό κλικ στις φωτό. Είναι υπέροχη δουλειά!

2.9.06

Νικησαμε! Πααααααλι;


Eιμαι 14 ετών.
Ο Μίμης Δομάζος πατάει το Γουέμπλεϊ.
Δίπλα του ο άνθρωπος που άλλαξε τον ρυθμό του ποδοσφαίρου. Ο Γιόχαν Κρόϊφ.
Βλέπουν όλοι. Ακόμα και εκείνοι (ες) που μέχρι τότε αγνοούσαν ότι η μπάλα είναι στρογγυλή.
Κάθομαι σε αναμένα κάρβουνα.
Ενας πολύ μεγαλύτερος από μένα ξάδελφος μου (φανατικός Ηρακλής), σκύβει και μου λέει:
-Κοιτα καλά, γιατί δεν νομίζω ότι θα ξαναζήσεις τέτοια στιγμή.
Ο πατέρας μου από δίπλα, πανέτοιμος με τα χαρτιά και τα μολύβια του (έφτιαξε κάτι καταπληκτικά πορτρέτα των ποδοσφαιριστών, που δυστυχώς δεν μπορώ να βρω) επεμβαίνει.
-Μπορεί και να είναι η αρχή για μεγάλα πράγματα! μουρμουρίζει.

Για 16 ολόκληρα χρόνια ανησυχώ ότι ο τελικά ο ξαδελφός μου είχε δίκιο.
Ευτυχώς όχι.
Ο Παναγιώτης Γιαννάκης μπαίνει πρώτος στο Ειρήνη και Φιλίας για τον τελικό κόντρα στην Σοβιετική Ενωση.
Αυτη την φορά είμαι μόνος μου, στον κήπο μου στο Καλαμάκι.
Μόλις ο Αργύρης Καμπούρης βάζει την δεύτερη βολή, ορμά μέσα ένας τρελλαμένος άγνωστος, μου αρπάζει το remote control, με αγκαλιάζει μου σκάει ένα φιλί και εκτοξεύει το κοντρολάκι μου προς άγνωστη κατεύθυνση.
Δεν το βρηκα ποτέ.

Η Βούλα Πατουλιδου προσαρμόζει τα παπούτσια της στους βατήρες στον τελικό των 100 μέτρων μετ εμποδίων στην Βαρκελώνη. Είμαι βάρδια στον ΑΝΤ1. Βλέπουμε όλοι στο δωμάτιο των σκηνοθετών. Το πρώτο μας χρυσό μετάλλιο. Μόλις η Πατουλίδου κερδίζει, ένας σπουδαίος μοντέρ-δάσκαλος (δεν ζει πια) ο Αρης Κανελόπουλος απογειώνεται από την θέση του και με μια κλωτσιά στέλνει την τηλεόραση στον απέναντι τοίχο.
Με πλησιάζει μια κούκλα, μακιγιέζ, και μέσα στον ενθουσιασμό της μου δίνει ενα φιλί.
Θαύμα!
Πριν προλάβω να συνέλθω με πλησιάζει μια κομμώτρια, που μπροστά της η Βούλα Πατουλίδου είναι Αντζελίνα Τζολί. Μου σκάει και εκείνη ενα φιλί....
Τα’χει αυτα ο αθλητισμός.

Η Πανάθα είναι στο Παρίσι.
Στον τελικό κόντρα στην Μπάρτα.
Ο Βρανκοβιτς κόβει (αντικανονικά) το τελευταιο σουτ των Ισπανών.
Είμαστε πρωταθλητές.
Το ματς το βλέπω σπίτι μόνος. Κανονικά θε έπρεπε να είμαι με τη Μαρκέλα. Μια φίλη μου βαζέλα, που μαζί είχαμε παρακολουθήσει όλη την πορεία της ομάδας.
Δεν το είδε το ματς, γιατί εκείνη την ημέρα είχε βρει γκόμενο και τρώγανε ρομαντικά ψάρι στην Βάρκιζα.
Μετα απο καιρό μου λέει: Μα πως μπορείς και είσαι τόοοοοσο φαλλοκράτης;

Πρόπερσι ο Ζαγοράκης σηκώνει το Ευρωπαϊκό στην Πορτογαλία.
Τα μισά ματς τα βλέπω στην Πάρο, όπου αναρρωνω.
Τα άλλα μισά στο σπίτι στην Αθήνα.
Μαζί με την Μαργαρίτα, που ανησυχει που ενθουσιάζομαι τόσο.
-Κοίτα καλά της λέω, γιατί δεν θα προλάβεις να ξαναδείς κάτι παρόμοιο.
Η ζωή επαναλαμβάνεται.
Την συμπληρώνω για να μην εχει κενά (η επανάληψη).
-Εκτός κι αν ειναι η αρχή για μεγάλα πράγματα στο ποδόσφαιρο.
Μένουμε στο Σύνταγμα, στην οδό Περικλεόυς.
Η Ελλάδα πανηγυρίζει.
Βγαίνουμε και μεις.
Μόλις ανοίγουμε την πόρτα ενας βία 12χρονος πλησιάζει την Μαργαρίτα και της λέει, κρατώντας ενα γαλανόλευκο κασκόλ:
-Βαρειά! Βαρειά η πούτσα του τσολιά.
Σκάει στα γέλια:
-Εχεις δίκιο. Δεν νομίζω ότι θα το ξαναζήσω αυτό.

Ρίχνουμε 100αρα στους Αμερικανούς.
Οχι οποιουσδήποτε Αμερικανούς, αλλά τους καλύτερους ΝΒΑ-ers.
O Σοφοκλής (ελληνότατος) καρφώνει μες τα μούτρα τους.
Το μισό μάτς το’χω δει στο καράβι και το άλλο μισό σε μια καφετέρια στην Παροικιά.
Mαζί μας και ενας αμερικανος τουρίστας που τρώει τα νύχια (του ποδιού του).
Δεν είχα ξαναδεί ματς σε καφετέρια.
Εξαιρετική εμπειρία.
Ο Σοφοκλής καρφώνει στα μούτρα των Αμερικάνων.
Η Αγάθη ενθουσιάζεται.
Ο Θάνος –ετών 14, όσο ήμουν εγώ στο Γουέμπλεϊ- που τρέλλαινεται για skate και wake board, σχεδόν αδιαφορεί... τσιγκλάει τον μικρό, τον Φίλιππο ετών 7, και αρχίσουν τις σκανδαλιές ανάμεσα στα τραπέζια.
Στην καφετέρια κανείς δεν «παίζει» και τα παιδιά εξ ενστίκτου το καταλαβαίνουν.

Ρε γαμώτο, μέχρι και η επιτυχία συνηθίζεται....
Τί;
Ξέχασα το Ευρωπαϊκό του μπάσκετ πέρισυ;
Ελα μωρεεεεεεεε, πως κάνετε έτσι;

1.9.06

Κυλιεστε στα λιβαδια;


‘Εγραφα στο τελευταίο μου post: “ Μέχρι να πάθω το έμφραγμα και τους γράψω όλους κανονικότατα και δια παντός…” (εννοούσα τους ανθρώπους στα ΜΜΕ-κι όχι μόνο)
Στο πολύ φιλικό και ζεστό του comment ο “it is”, μου γράφει κλείνοντας: “Να σαι καλά να (μας) γράφεις (όλους).”
Προφανώς καταλαβαίνω το (οπτικό) λογοπαίγνιο.
Ομως μου δίνει μια ευκαιρία να γράψω για κάτι που πάντα ήθελα:
Εκανα λάθος!
Δεν τους έχω γράψει ΟΛΟΥΣ.
Αντιθέτως αγάπησα περισσότερους από όσους αγαπούσα πριν.
Απλώς έφτυσα όσους μου προκάλεσαν (κατα ένα ποσοστό) το έμφραγμα. Ούτε καν τους έφτυσα. Δεν ξανασχολήθηκα ΠΟΤΕ μαζί τους. Επαψαν να βρίσκονται στο οπτικό μου πεδίο, έστω και αν είμαστε μαζί σε ένα δωμάτιο 2Χ2. Δεν το’κανα επίτηδες… ούτε καν σκέφτηκα “δεν θα με πεθάνετε εμένανε, πούστρηδοι!...”. Τίποτα.
Ηρθε από μόνο του.
Αν χαιρετηθείς με τον θάνατο και την γλυτάρεις, τότε –όσο παράξενο και να σας φαίνεται- οι λύσεις στη ζωή γίνονται απλές.
Τα συναισθήματα γίνονται πιο έντονα…
Να σας το πω αλλιώς;
…γίνονται πιο ποιητικά… πιο λυρικά.

Λέω –σας το’χω ξαναγράψει- στους ανθρώπους, ότι το… συστήνω ένα εμφραγματάκι… αρκεί βέβαια να μην είναι μοιραίο…. Χαχαχαχαχα! Γελάω… και εκείνοι κτυπάνε (ίσως και μερικοί από σας) ξύλο… φτου-φτου μακρυά απο μας κ.λ.π.
Ενα από τα πιο σωστά πράγματα που’χω ακούσει είναι ότι η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει με τη σύλληψη μας.
Μια γαμημένη κλεψύδρα αδειάζει σταθερά… δευτερόλεπτο-δευτερόλεπτο… σταθερά… η δικιά μου για μια στιγμή στόμωσε… αλλά ευτυχώς βρέθηκαν 2-3 άνθρωποι και της έδωσαν μια (της κλεψύδρας) και συνέχισε.
Πόσο έχει ακόμα;
Μμμμμμμμ… θα σας γελάσω και δεν είναι στις άμεσες προσθέσεις μου … μπορεί λίγο ακόμα… μπορεί πολύ…. για να μην σας τα πολυλογώ, ξαναμπήκα στο μαγγανοπήγαδο του δευτερόλεπτου-δευτερόλεπτου.
Με μια μικρή, αλλά σημαντική διαφορά:
Εγώ ξέρω για την κλεψύδρα.
Ενώ εσείς έχετε ακούσει για την κλεψύδρα.

Επέστρεψα και είμαι τόοοοοοοοοοοσο χαρούμενος που είμαστε και πάλι μαζί, που αποκλείεται να σας γράψω κανονικά, it is μου.
Απλώς μερικοί και μερικές γίνανε αόρατοι…
Σιγά-σιγά και χωρίς να το θέλω ή να το καταλάβω, γίνανε αόρατοι. Από την άλλη μερικοί και μερικές που ήτανε αόρατοι, γίνανε ορατοί και πολύ συγκεκριμένοι.

Κάποτε-πριν απο χρόνια- ήμουν ανάμεσα σε εκείνους που έπαιρναν τις αποφάσεις για έναν πολύ μεγάλο ραδιοφωνικό σταθμό. (Ρε γαμώτο, μου’χει λείψει το ραδιοφωνάκι….) Ενας από τους άλλους (της ομάδας) μόλις είχε επιστρέψει από το εξωτερικό, όπου είχε υποβληθεί σε μια πολυ λεπτή και εξαιρετικά δύσκολη χειρουργική επέμβαση.
Καρκίνος.
Ολα είχαν πάει καλά.
Ακόμα μια χαρά είναι ο άνθρωπος και πάντα καλά να είναι.
Στην πρώτη σύσκεψη λοιπόν που ήρθε, είχε γίνει μια κόμπλα με κάτι νεαρούς δημοσιογράφους, που είχαν κάνει ένα λαθάκι… ενα απ’ αυτά που όλοι έχουμε κάνει…. Μαλακία τους, αλλά δεν ήταν δα και το τέλος του κόσμου…άστε που είχαν πει τρομερά έξυπνα ψέμματα (μεγάλο προσόν για δημοσιογράφο αυτό!)
Ολοι μας (ήμουν ο νεώτερος ανάμεσα σε δημοσιογράφους μεγάλης εμπειρίας και γανικής αποδοχής) συμφωνήσαμε να τους επιπλήξουμε, να μην τους δώσουμε να κάνουν ρεπορτάζ για μια εβδομάδα και να τελειώσει εδώ το θέμα….
Ολοι πλην του άρτι αφιχθέντος (εκ νέου) στη ζωή.
Να τους απολύσουμε όλους!
Να τους παλουκώσουμε στην πλατεία Συντάγματος.
Να απολύσουμε τους φίλους του.
Και να καταστρέψουμε την καριέρα των συγγενών τους.
Δεν θυμάμαι, αν πρότεινε και δήμευση των περιουσιών των συγγενών μέχρι τρίτου βαθμού.

Βρε, έλα στα συγκαλά σου! Και πλησιάζουν και Χριστούγεννα και όλα τους είναι παιδιά που δύσκολα τα βγάζουνε πέρα.
Τίποτε ο πούστης!
Να τους φάει όλους… και αν γινόταν να του φέρουμε αύριο να φάει κι αυτούς.
Παίξαμε ξύλο.
Μας απείλησε ότι θα παραιτηθεί…
Μέχρι που δεν άντεξα και μου ξέφυγε…
-Συγγνώμη, που ρωτάω, αλλά επέστρεψες στην ζωή εκδικητής;
Μετάνιωσα αμέσως….
Στο τραπέζι έπεσε παγωμάρα… αλλά όλοι το ίδιο σκεφτόμαστε… απλώς εγώ ώς πιτσιρικότερος είπα την αλήθεια.
Με κοίταξε άναυδος.
Είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος. Πολύ κακός, αλλά αυτό δεν τον κάνει υποχρεωτικά βλάκα… αντιθέτως.
-Κάντε ό,τι νομίζετε… είπε και βγήκε από την αίθουσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια και δεν μετάνιωσα που το’πα… για να είμαι απόλυτα ειλικρινής… την έχω ξαναγράψει την ιστορία –πριν το έμφραγμα- και είχα αλλάξει το τέλος… ότι το κατάλαβε μόνος του… Μετά το έμφραγμα το ξανασκέφτηκα. Βασικά ήταν το ΠΡΩΤΟ πράγμα που σκέφτηκα.
Και αποφάσισα (ευτυχώς για μένα) ότι είχα απόλυτο δίκιο.
Μου το επιβεβαιώσαν και γιατροί.
Μετά από μια δύσκολη στιγμή μερικοί άνθρωποι, γίνονται καλύτεροι άνθρωποι και μερικοί χειρότεροι.
Λες και μισούν τους άλλους, που τους συνέβη ότι τους συνέβη.
Λες και θέλουν να μεταφέρουν και σε άλλους τον πόνο, τον φόβο…
Εγώ πάλι είδα τους ανθρώπους καλύτερους.
Διεκδικώ αυτο που θέλω μέχρι τέλους.
Και έχω κλείσει όποια χαραμάδα έμπαζε προς τα μέσα και με αρρώσταινε.
Είμαι πιο πολύ με τον εαυτό μου.
Αγαπώ πιο πολύ τα χρώματα.
Το μέλλον… Δεν θέλω να το κυνηγήσω πια… αλλά να το ακούω να ‘ρχεται.
Τωρα καταλαβαίνω γιατί ο φίλος μου ο Γιάννης Καλαμίτσης (τι καλλιτεχνάρα Θεέ μου) έγραψε:
“Υπάρχουν ανθρωποι που ζουν μονάχοι
οπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θαλασσα, που απλώνει
και αυτοί βουβοί, σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι,
άνθρωποι μονάχοι.”
Δεν ερχόμαστε μόνοι σ’ αυτον τον κόσμο. Μας κουβαλάει η μάνα μας maximum επι 9μηνο… όταν όμως βγούμε απο την κοιλιά της, είναι αλήθεια ότι είμαστε μόνοι.
Κάτι σαν το σινεμά. Δεν πα να πας με άλλους 5. Οταν χαμηλώσουν τα φώτα είσαι μόνος. (Εκτός κι αν είσαι καψούρης και έχεις πάει για να μπαλαμουτιάσεις… όπου καλόι είναι να μην αισθάνεσαι μόνος.)

Μετα το έμφραγμα ήρθε σιγά-σιγά και κατακάθισε όλη η γλύκα, η σοφία, η γνώση, το ταλέντο, που είχαν μοιρασθεί μαζί μου τόσο σπουδαίοι άνθρωποι. Λόγω οικογένειας και λόγω επαγγέλματος η ζωή μου χάρισε να κάτσω πολλες ωρες με αρκετούς απο δαύτους.
Τί να μου πει τώρα ο Γιώργος Λιάγκας, οταν ο Καλαμίτσης σου λέει την ιστορία για το πώς έγραψε τα κείμενα του Χάρυ Κλυνν και έφερε το χιούμορ τούμπα στην Ελλάδα;
Δεν τα ειχα πολυ προσέξει… Ηταν σχετικά φυσικό.
Το είχα ψιλο-προσπεράσει.
Ομως όταν η ζωή ήρθε και μουριξε μια σφαλιάρα, αυτά όλα λειτούργησαν σαν να τα έβαλα στο εσωτερικό μου μίξερ.
Το ζουμί σας διαβεβαιώνω, ότι είναι θεσπέσιο.
Ξέρετε γιατί; Επειδή έχει μπερδευθεί και από την σοφία του διπλανού μου, που πάντα ήταν η πηγή έμπνευσης όλων αυτων για τους οποίους, σας λέω.

Αλλοι με καταλαβαν και άλλοι όχι.

Αγαπημένε μου, it is, είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο εννοούσες και συ στο comments σου. Δεν γύρισα σ’ αυτη τη ζωή όπως ο Κόναν ο Βάρβαρος… γύρισα για να κυλισθώ στα λιβάδια της…

Κι αν δεν προλάβω;
Τι ακριβώς εννοείτε;
Λεω, ρε παιδάκι μου… και αν τυχόν δεν προλάβεις να κυλισθείς στα λιβάδια της ζωής;
Δεν σας καταλαβαίνω… εγώ κυλιέμαι ήδη δυο χρόνια στα λιβάδια. Εσείς;