2.9.06

Νικησαμε! Πααααααλι;


Eιμαι 14 ετών.
Ο Μίμης Δομάζος πατάει το Γουέμπλεϊ.
Δίπλα του ο άνθρωπος που άλλαξε τον ρυθμό του ποδοσφαίρου. Ο Γιόχαν Κρόϊφ.
Βλέπουν όλοι. Ακόμα και εκείνοι (ες) που μέχρι τότε αγνοούσαν ότι η μπάλα είναι στρογγυλή.
Κάθομαι σε αναμένα κάρβουνα.
Ενας πολύ μεγαλύτερος από μένα ξάδελφος μου (φανατικός Ηρακλής), σκύβει και μου λέει:
-Κοιτα καλά, γιατί δεν νομίζω ότι θα ξαναζήσεις τέτοια στιγμή.
Ο πατέρας μου από δίπλα, πανέτοιμος με τα χαρτιά και τα μολύβια του (έφτιαξε κάτι καταπληκτικά πορτρέτα των ποδοσφαιριστών, που δυστυχώς δεν μπορώ να βρω) επεμβαίνει.
-Μπορεί και να είναι η αρχή για μεγάλα πράγματα! μουρμουρίζει.

Για 16 ολόκληρα χρόνια ανησυχώ ότι ο τελικά ο ξαδελφός μου είχε δίκιο.
Ευτυχώς όχι.
Ο Παναγιώτης Γιαννάκης μπαίνει πρώτος στο Ειρήνη και Φιλίας για τον τελικό κόντρα στην Σοβιετική Ενωση.
Αυτη την φορά είμαι μόνος μου, στον κήπο μου στο Καλαμάκι.
Μόλις ο Αργύρης Καμπούρης βάζει την δεύτερη βολή, ορμά μέσα ένας τρελλαμένος άγνωστος, μου αρπάζει το remote control, με αγκαλιάζει μου σκάει ένα φιλί και εκτοξεύει το κοντρολάκι μου προς άγνωστη κατεύθυνση.
Δεν το βρηκα ποτέ.

Η Βούλα Πατουλιδου προσαρμόζει τα παπούτσια της στους βατήρες στον τελικό των 100 μέτρων μετ εμποδίων στην Βαρκελώνη. Είμαι βάρδια στον ΑΝΤ1. Βλέπουμε όλοι στο δωμάτιο των σκηνοθετών. Το πρώτο μας χρυσό μετάλλιο. Μόλις η Πατουλίδου κερδίζει, ένας σπουδαίος μοντέρ-δάσκαλος (δεν ζει πια) ο Αρης Κανελόπουλος απογειώνεται από την θέση του και με μια κλωτσιά στέλνει την τηλεόραση στον απέναντι τοίχο.
Με πλησιάζει μια κούκλα, μακιγιέζ, και μέσα στον ενθουσιασμό της μου δίνει ενα φιλί.
Θαύμα!
Πριν προλάβω να συνέλθω με πλησιάζει μια κομμώτρια, που μπροστά της η Βούλα Πατουλίδου είναι Αντζελίνα Τζολί. Μου σκάει και εκείνη ενα φιλί....
Τα’χει αυτα ο αθλητισμός.

Η Πανάθα είναι στο Παρίσι.
Στον τελικό κόντρα στην Μπάρτα.
Ο Βρανκοβιτς κόβει (αντικανονικά) το τελευταιο σουτ των Ισπανών.
Είμαστε πρωταθλητές.
Το ματς το βλέπω σπίτι μόνος. Κανονικά θε έπρεπε να είμαι με τη Μαρκέλα. Μια φίλη μου βαζέλα, που μαζί είχαμε παρακολουθήσει όλη την πορεία της ομάδας.
Δεν το είδε το ματς, γιατί εκείνη την ημέρα είχε βρει γκόμενο και τρώγανε ρομαντικά ψάρι στην Βάρκιζα.
Μετα απο καιρό μου λέει: Μα πως μπορείς και είσαι τόοοοοσο φαλλοκράτης;

Πρόπερσι ο Ζαγοράκης σηκώνει το Ευρωπαϊκό στην Πορτογαλία.
Τα μισά ματς τα βλέπω στην Πάρο, όπου αναρρωνω.
Τα άλλα μισά στο σπίτι στην Αθήνα.
Μαζί με την Μαργαρίτα, που ανησυχει που ενθουσιάζομαι τόσο.
-Κοίτα καλά της λέω, γιατί δεν θα προλάβεις να ξαναδείς κάτι παρόμοιο.
Η ζωή επαναλαμβάνεται.
Την συμπληρώνω για να μην εχει κενά (η επανάληψη).
-Εκτός κι αν ειναι η αρχή για μεγάλα πράγματα στο ποδόσφαιρο.
Μένουμε στο Σύνταγμα, στην οδό Περικλεόυς.
Η Ελλάδα πανηγυρίζει.
Βγαίνουμε και μεις.
Μόλις ανοίγουμε την πόρτα ενας βία 12χρονος πλησιάζει την Μαργαρίτα και της λέει, κρατώντας ενα γαλανόλευκο κασκόλ:
-Βαρειά! Βαρειά η πούτσα του τσολιά.
Σκάει στα γέλια:
-Εχεις δίκιο. Δεν νομίζω ότι θα το ξαναζήσω αυτό.

Ρίχνουμε 100αρα στους Αμερικανούς.
Οχι οποιουσδήποτε Αμερικανούς, αλλά τους καλύτερους ΝΒΑ-ers.
O Σοφοκλής (ελληνότατος) καρφώνει μες τα μούτρα τους.
Το μισό μάτς το’χω δει στο καράβι και το άλλο μισό σε μια καφετέρια στην Παροικιά.
Mαζί μας και ενας αμερικανος τουρίστας που τρώει τα νύχια (του ποδιού του).
Δεν είχα ξαναδεί ματς σε καφετέρια.
Εξαιρετική εμπειρία.
Ο Σοφοκλής καρφώνει στα μούτρα των Αμερικάνων.
Η Αγάθη ενθουσιάζεται.
Ο Θάνος –ετών 14, όσο ήμουν εγώ στο Γουέμπλεϊ- που τρέλλαινεται για skate και wake board, σχεδόν αδιαφορεί... τσιγκλάει τον μικρό, τον Φίλιππο ετών 7, και αρχίσουν τις σκανδαλιές ανάμεσα στα τραπέζια.
Στην καφετέρια κανείς δεν «παίζει» και τα παιδιά εξ ενστίκτου το καταλαβαίνουν.

Ρε γαμώτο, μέχρι και η επιτυχία συνηθίζεται....
Τί;
Ξέχασα το Ευρωπαϊκό του μπάσκετ πέρισυ;
Ελα μωρεεεεεεεε, πως κάνετε έτσι;

1.9.06

Κυλιεστε στα λιβαδια;


‘Εγραφα στο τελευταίο μου post: “ Μέχρι να πάθω το έμφραγμα και τους γράψω όλους κανονικότατα και δια παντός…” (εννοούσα τους ανθρώπους στα ΜΜΕ-κι όχι μόνο)
Στο πολύ φιλικό και ζεστό του comment ο “it is”, μου γράφει κλείνοντας: “Να σαι καλά να (μας) γράφεις (όλους).”
Προφανώς καταλαβαίνω το (οπτικό) λογοπαίγνιο.
Ομως μου δίνει μια ευκαιρία να γράψω για κάτι που πάντα ήθελα:
Εκανα λάθος!
Δεν τους έχω γράψει ΟΛΟΥΣ.
Αντιθέτως αγάπησα περισσότερους από όσους αγαπούσα πριν.
Απλώς έφτυσα όσους μου προκάλεσαν (κατα ένα ποσοστό) το έμφραγμα. Ούτε καν τους έφτυσα. Δεν ξανασχολήθηκα ΠΟΤΕ μαζί τους. Επαψαν να βρίσκονται στο οπτικό μου πεδίο, έστω και αν είμαστε μαζί σε ένα δωμάτιο 2Χ2. Δεν το’κανα επίτηδες… ούτε καν σκέφτηκα “δεν θα με πεθάνετε εμένανε, πούστρηδοι!...”. Τίποτα.
Ηρθε από μόνο του.
Αν χαιρετηθείς με τον θάνατο και την γλυτάρεις, τότε –όσο παράξενο και να σας φαίνεται- οι λύσεις στη ζωή γίνονται απλές.
Τα συναισθήματα γίνονται πιο έντονα…
Να σας το πω αλλιώς;
…γίνονται πιο ποιητικά… πιο λυρικά.

Λέω –σας το’χω ξαναγράψει- στους ανθρώπους, ότι το… συστήνω ένα εμφραγματάκι… αρκεί βέβαια να μην είναι μοιραίο…. Χαχαχαχαχα! Γελάω… και εκείνοι κτυπάνε (ίσως και μερικοί από σας) ξύλο… φτου-φτου μακρυά απο μας κ.λ.π.
Ενα από τα πιο σωστά πράγματα που’χω ακούσει είναι ότι η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει με τη σύλληψη μας.
Μια γαμημένη κλεψύδρα αδειάζει σταθερά… δευτερόλεπτο-δευτερόλεπτο… σταθερά… η δικιά μου για μια στιγμή στόμωσε… αλλά ευτυχώς βρέθηκαν 2-3 άνθρωποι και της έδωσαν μια (της κλεψύδρας) και συνέχισε.
Πόσο έχει ακόμα;
Μμμμμμμμ… θα σας γελάσω και δεν είναι στις άμεσες προσθέσεις μου … μπορεί λίγο ακόμα… μπορεί πολύ…. για να μην σας τα πολυλογώ, ξαναμπήκα στο μαγγανοπήγαδο του δευτερόλεπτου-δευτερόλεπτου.
Με μια μικρή, αλλά σημαντική διαφορά:
Εγώ ξέρω για την κλεψύδρα.
Ενώ εσείς έχετε ακούσει για την κλεψύδρα.

Επέστρεψα και είμαι τόοοοοοοοοοοσο χαρούμενος που είμαστε και πάλι μαζί, που αποκλείεται να σας γράψω κανονικά, it is μου.
Απλώς μερικοί και μερικές γίνανε αόρατοι…
Σιγά-σιγά και χωρίς να το θέλω ή να το καταλάβω, γίνανε αόρατοι. Από την άλλη μερικοί και μερικές που ήτανε αόρατοι, γίνανε ορατοί και πολύ συγκεκριμένοι.

Κάποτε-πριν απο χρόνια- ήμουν ανάμεσα σε εκείνους που έπαιρναν τις αποφάσεις για έναν πολύ μεγάλο ραδιοφωνικό σταθμό. (Ρε γαμώτο, μου’χει λείψει το ραδιοφωνάκι….) Ενας από τους άλλους (της ομάδας) μόλις είχε επιστρέψει από το εξωτερικό, όπου είχε υποβληθεί σε μια πολυ λεπτή και εξαιρετικά δύσκολη χειρουργική επέμβαση.
Καρκίνος.
Ολα είχαν πάει καλά.
Ακόμα μια χαρά είναι ο άνθρωπος και πάντα καλά να είναι.
Στην πρώτη σύσκεψη λοιπόν που ήρθε, είχε γίνει μια κόμπλα με κάτι νεαρούς δημοσιογράφους, που είχαν κάνει ένα λαθάκι… ενα απ’ αυτά που όλοι έχουμε κάνει…. Μαλακία τους, αλλά δεν ήταν δα και το τέλος του κόσμου…άστε που είχαν πει τρομερά έξυπνα ψέμματα (μεγάλο προσόν για δημοσιογράφο αυτό!)
Ολοι μας (ήμουν ο νεώτερος ανάμεσα σε δημοσιογράφους μεγάλης εμπειρίας και γανικής αποδοχής) συμφωνήσαμε να τους επιπλήξουμε, να μην τους δώσουμε να κάνουν ρεπορτάζ για μια εβδομάδα και να τελειώσει εδώ το θέμα….
Ολοι πλην του άρτι αφιχθέντος (εκ νέου) στη ζωή.
Να τους απολύσουμε όλους!
Να τους παλουκώσουμε στην πλατεία Συντάγματος.
Να απολύσουμε τους φίλους του.
Και να καταστρέψουμε την καριέρα των συγγενών τους.
Δεν θυμάμαι, αν πρότεινε και δήμευση των περιουσιών των συγγενών μέχρι τρίτου βαθμού.

Βρε, έλα στα συγκαλά σου! Και πλησιάζουν και Χριστούγεννα και όλα τους είναι παιδιά που δύσκολα τα βγάζουνε πέρα.
Τίποτε ο πούστης!
Να τους φάει όλους… και αν γινόταν να του φέρουμε αύριο να φάει κι αυτούς.
Παίξαμε ξύλο.
Μας απείλησε ότι θα παραιτηθεί…
Μέχρι που δεν άντεξα και μου ξέφυγε…
-Συγγνώμη, που ρωτάω, αλλά επέστρεψες στην ζωή εκδικητής;
Μετάνιωσα αμέσως….
Στο τραπέζι έπεσε παγωμάρα… αλλά όλοι το ίδιο σκεφτόμαστε… απλώς εγώ ώς πιτσιρικότερος είπα την αλήθεια.
Με κοίταξε άναυδος.
Είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος. Πολύ κακός, αλλά αυτό δεν τον κάνει υποχρεωτικά βλάκα… αντιθέτως.
-Κάντε ό,τι νομίζετε… είπε και βγήκε από την αίθουσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια και δεν μετάνιωσα που το’πα… για να είμαι απόλυτα ειλικρινής… την έχω ξαναγράψει την ιστορία –πριν το έμφραγμα- και είχα αλλάξει το τέλος… ότι το κατάλαβε μόνος του… Μετά το έμφραγμα το ξανασκέφτηκα. Βασικά ήταν το ΠΡΩΤΟ πράγμα που σκέφτηκα.
Και αποφάσισα (ευτυχώς για μένα) ότι είχα απόλυτο δίκιο.
Μου το επιβεβαιώσαν και γιατροί.
Μετά από μια δύσκολη στιγμή μερικοί άνθρωποι, γίνονται καλύτεροι άνθρωποι και μερικοί χειρότεροι.
Λες και μισούν τους άλλους, που τους συνέβη ότι τους συνέβη.
Λες και θέλουν να μεταφέρουν και σε άλλους τον πόνο, τον φόβο…
Εγώ πάλι είδα τους ανθρώπους καλύτερους.
Διεκδικώ αυτο που θέλω μέχρι τέλους.
Και έχω κλείσει όποια χαραμάδα έμπαζε προς τα μέσα και με αρρώσταινε.
Είμαι πιο πολύ με τον εαυτό μου.
Αγαπώ πιο πολύ τα χρώματα.
Το μέλλον… Δεν θέλω να το κυνηγήσω πια… αλλά να το ακούω να ‘ρχεται.
Τωρα καταλαβαίνω γιατί ο φίλος μου ο Γιάννης Καλαμίτσης (τι καλλιτεχνάρα Θεέ μου) έγραψε:
“Υπάρχουν ανθρωποι που ζουν μονάχοι
οπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θαλασσα, που απλώνει
και αυτοί βουβοί, σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι,
άνθρωποι μονάχοι.”
Δεν ερχόμαστε μόνοι σ’ αυτον τον κόσμο. Μας κουβαλάει η μάνα μας maximum επι 9μηνο… όταν όμως βγούμε απο την κοιλιά της, είναι αλήθεια ότι είμαστε μόνοι.
Κάτι σαν το σινεμά. Δεν πα να πας με άλλους 5. Οταν χαμηλώσουν τα φώτα είσαι μόνος. (Εκτός κι αν είσαι καψούρης και έχεις πάει για να μπαλαμουτιάσεις… όπου καλόι είναι να μην αισθάνεσαι μόνος.)

Μετα το έμφραγμα ήρθε σιγά-σιγά και κατακάθισε όλη η γλύκα, η σοφία, η γνώση, το ταλέντο, που είχαν μοιρασθεί μαζί μου τόσο σπουδαίοι άνθρωποι. Λόγω οικογένειας και λόγω επαγγέλματος η ζωή μου χάρισε να κάτσω πολλες ωρες με αρκετούς απο δαύτους.
Τί να μου πει τώρα ο Γιώργος Λιάγκας, οταν ο Καλαμίτσης σου λέει την ιστορία για το πώς έγραψε τα κείμενα του Χάρυ Κλυνν και έφερε το χιούμορ τούμπα στην Ελλάδα;
Δεν τα ειχα πολυ προσέξει… Ηταν σχετικά φυσικό.
Το είχα ψιλο-προσπεράσει.
Ομως όταν η ζωή ήρθε και μουριξε μια σφαλιάρα, αυτά όλα λειτούργησαν σαν να τα έβαλα στο εσωτερικό μου μίξερ.
Το ζουμί σας διαβεβαιώνω, ότι είναι θεσπέσιο.
Ξέρετε γιατί; Επειδή έχει μπερδευθεί και από την σοφία του διπλανού μου, που πάντα ήταν η πηγή έμπνευσης όλων αυτων για τους οποίους, σας λέω.

Αλλοι με καταλαβαν και άλλοι όχι.

Αγαπημένε μου, it is, είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο εννοούσες και συ στο comments σου. Δεν γύρισα σ’ αυτη τη ζωή όπως ο Κόναν ο Βάρβαρος… γύρισα για να κυλισθώ στα λιβάδια της…

Κι αν δεν προλάβω;
Τι ακριβώς εννοείτε;
Λεω, ρε παιδάκι μου… και αν τυχόν δεν προλάβεις να κυλισθείς στα λιβάδια της ζωής;
Δεν σας καταλαβαίνω… εγώ κυλιέμαι ήδη δυο χρόνια στα λιβάδια. Εσείς;

31.8.06

Hey, teacher, leave the kids alone!






Σ’ αυτη τη δουλειά που κάνω, τη δημοσιογραφία δηλαδή… ρε πούστη μου, έχουμε φτάσει στο σημείο να λες “δημοσιογράφους” και να αντικρύζεις μόνο ξυνισμένα μούτρα… τέλος πάντων…. Σ’ αυτη τη δουλειά λοιπόν, γνωρίζεις μερικούς τύπους, που δεν είναι με τα φώτα πάνω τους, αλλά έχεις να μάθεις πολλά απ’ αυτούς.
Ενας απ’ αυτούς είναι ο Ιάσων Μοσχοβίτης.
Είμαι πολύ τυχερός που τον πέτυχα, είμαι ακόμα πιο τυχερός που με συμπάθησε και εξαιρετικά κωλόφαρδος, που με άφηνε να κάθομαι μαζί του στο γραφείο του…
Ολα αυτά στον ΑΝΤ1.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
Τότε ήταν όλα πολύ ενθουσιώδη, πολύ χρωματιστά, πολύ φρου-φρου κι αρώματα και πολύ δουλειά με συγκεριμένο λόγο όμως: Να μάθουμε.
Σήμερα δουλεύουν για να μην τους απολύσουν.
Εντελώς διαφορετικό πράγμα.
Εκείνη λοιπόν την εποχή μου έβγαινε η πίστη μαθαίνοντας τηλεοπτική παραγωγή ειδήσεων. Δεν με ενδιάφεραν ποτέ οι ειδήσεις, αλλά για να μάθεις τηλεόραση αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος. Μέχρι που εμφανίστηκε σαν απο μηχανής Θεός (insert δηλαδή) η φίλη μου -από την εποχή του “Πάνθεον”- Φωτεινή Πιπιλή.
Πήγα στο γραφείο της στάθηκα μπροστά της και της είπα:
-Καλώς ήρθες Φωτεινο-πιπίλω μου, από σήμερα αναλαμβάνω αρχισυντάκτης σου.
-Ωραία! Ποιός το λέει;
-Εγώ!
-Ακόμα πιο ωραία. Πώς κι έτσι;
-Βαρέθηκα την παραγωγή…
-Υπέροχα. Ξεκινάμε αύριο…
Πήγαμε στον κύριο Μοσχοβίτη, του το’παμε μας είπε και εκείνος “Προσέξτε ρε μαλακισμένα, μη κάνετε καμμιά αηδία….”… και φύγαμε ευχαριστημένοι. Εγώ δηλαδή….
Από τότε λοιπόν με φώναζε στο γραφείο του και με κέρναγε καφέ. Για να σας εξηγήσω, ο κ. Μοσχοβίτης είναι ο γκουρού πολλών αστεριών της τηλεόρασης… αν δεν ήταν αυτός… ζήτημα είναι αν το 80% αυτων που σήμερα βλέπουμε και λέμε “πωπωπωπω τί σπουδαίος που είναι…” , θα είχαν άλλη σχέση με την τηλεόραση πέραν της καναπεδικής. Εχει διευθύνει μεγάλες ελληνικές εφημερίδες (Ακρόπολη, Απογευματινή, Βραδυνή)… την ΕΡΤ…. Α, και πριν απο 40 χρόνια , μαζί με έναν άλλον απόλυτο κύριο της ελληνικής δημοσιογραφίας, τον μακαρίτη Χρήστο Παπαγεωργίου, περιέγραψαν το πρώτο βήμα του Νιλ Αμστρονγκ, στη σελήνη….
Σκέψου τί εξαιρετικές βλακείες θα έλεγαν οι σημερινοί, που δεν μπορούν να περιγράψουν ούτε παρέλαση πεζοπόρων τμημάτων…

Τί άλλο να ήθελα για να είναι ίνδαλμα μου;
Καθόμουν λοιπόν απέναντι του και μιλούσαμε για εντελώς άσχετα θέματα. Τρομερό χιούμορ, βαθειά καλλιέργεια και κάτι άλο που λατρεύω στους ανθρώπους.
Απευθυνόταν σε όλους με έναν σχεδόν (το αδικώ πολύ) αγοραίο τρόπο… π.χ. “έλα δω μωρέ πουτανίτσα, να σου πω…” Δεν θυμάμαι ούτε μια κοπέλα ή έναν νεαρό να παρεξηγήθηκε για τον τρόπο που του μιλούσε. Αντιθέτως όλες κι όλοι τιτίβιζαν γύρω του… όσοι είναι έξυπνοι δεν σταματούν στο τιτίβισμα και την πλάκα, αλλά ακούνε και αυτό που έχει να τους πει….
Στο γραφείο του λοιπόν έμπαιναν όλοι… από τους κλητήρες μέχρι τους διευθυντές… όλοι είχαν κάτι να ρωτήσουν… οι απαντήσεις, που πέπαριναν, ήταν το μάθημα για μένα.
Πριν απο μερικά χρόνια έγραφα τηλεκριτική σε μια εφημερίδα (δεν θυμάμαι σε ποιά. Νομίζω στο “Εθνος”)… Ενα πρωί, κτυπάει το τηλέφωνο. Οποιος με παίρνει τηλέφωνο το πρωί είναι είτε εχθρός μου, είτε απελπισμένος.
Το σηκώνω (στην περίπτωση του απελιπισμένου)
-Ιάσων! μου λέει μια φωνή.
Μέσα στον ύπνο μου παίζουν δυο περιπτώσεις: Είναι είτε ο Ιάσων με το Χρυσόμαλλο, είτε ο Ιάσων Τριανταφυλλίδης, που είδε στον ύπνο του την Αλίκη Βουγιουκλάκη….
Αλλά αμέσως μετά….
-Κύριε Μοσχοβίτη!
-Λοιπόν ξεκινάω κάθε μέρα τις εφημερίδες διαβάζοντας εσένα. Μ’αρέσουν πολύ αυτά που γράφεις. Να έρθεις για καφέ… Γειά σου τώρα.
Εμεινα μαλάκας.
Η Σάρα του Λότ ήταν υπερκινητική μπροστά μου.
Εκανα το τηλέφωνο τουτ-τουτ στο χέρι μου κι εγώ ήμουν-καλά το λέω- σαν μαλάκας όρθιος με το σώβρακο στη μέση της κρεβατοκάμαρας. Εμεινα εκεί για ένα μισάωρο και μετά άρχισα τις βόλτες γύρω από το γραφείο μου για επίσης κανένα μισάωρο.
Ο Ιάσων Μοσχοβίτης μου’χε τηλεφωνήσει να μου πει καλά πράγματα για τη δουλειά μου.
Δηλαδή ποιός άλλος να μ’έπαιρνε;
Ο Γεώργιος Βλάχος;
(Μην κάνετε ανόητους συνειρμούς…δεν εννοώ τον γνωστό Γιώργο Βλάχο… τον άλλονε εννοώ… τον μπαμπά της κ.Ελένης.)
Ηταν μεγάλη τιμή για μένα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Κοντά στον κ. Μοσχοβίτη έμαθα ότι το από ποια οπτική γωνία κοιτάς την τηλεόραση και μαζί σου και η κάμερα, είναι ο δρόμος για το καινούργιο. Εχουν περάσει πάνω από 15 χρόνια από τότε και είμαστε ακόμα στην flat άποψη.
Δεν με εντυπωσιάζουν στους ανθρώπους (μόνο) οι γνώσεις και η εμπειρία. Με ενδιαφέρει πάντα και το όλο γύρω-γύρω απ’ αυτά. Για παράδειγμα: ο ρυθμός, η αισθητική, το timing, η αύρα, οι επίκτητοι και οι φυσικοί τρόπο… βέβαια το παρελθόν που δεν κρύβεται.
Μέχρι να πάθω το έμφραγμα και τους γράψω όλους κανονικότατα και δια παντός…του τηλεφωνούσα και πήγαινα να τον δω στο γραφείο του, κάθε φορά που έπρεπε να πάρω μια σημαντική επαγγελματική απόφαση.


Το τί είναι δάσκαλος, μόνο ο μαθητής το ξέρει.
Για παράδειγμα: θεωρώ μεγάλη δασκάλα την πρώτη μου γυναίκα, την Μαργαρίτα, που όταν είμαστε πιτσιρικάδες κάθισε με υπομονή και μου έδειξε, τί είναι το γυναικείο σώμα και πώς λειτουργεί.
Της οφείλω πολλά γι’ αυτό.
Θεωρώ δάσκαλο τον μεγάλο μου, αδελφό, που από τότε που τέλειωσα το σχολείο και για μια 5ετία με κουβαλούσε μαζί του στα ταξίδια σε όλον τον κόσμο. Μου έδειξε τί είναι, να είναι κανείς πολίτης του κόσμου. Αργότερα βρήκα πολλές λύσεις έξω από τα σύνορα αυτης της χώρας.
Από τη Μαλβίνα έμαθα ότι η ζωή πολλοί-πολλοί ρόλοι.
Ρόλοι που πρέπει να παίζεις σαν πρωταγωνιστής, που ξέρει κάθε ατάκα…
Φυσικά είναι δάσκαλος μου ο Αλέκος Σακελάριος, που στις 20 φορές που τον είδα, επειδή είχε βρει κοινό (εμένα δηλαδή) μου έδειξε πώς πλέκεται μια ιστορία.
Ποιός να μου δείξει δηλαδή;
Ο Μάρκος Σεφερλής;

Πως μου’ρθαν όλα αυτά;
Αναμεσα, λοιπόν, σ’ αυτούς που γνωρίζεις σ’ αυτο το επάγγελμα, υπάρχουν και μερικοί που είναι από άλλονε πλανήτη.
Οταν ήμουν στις “24 Ωρες” έγραφα μια καθημερινή στήλη, με τίτλο “Μ’αρέσει-Δεν μ’αρέσει!”. Απλή ιδέα: Κάτι μαρέσει, κάτι δεν μάρέσει… μου έκανε εντύπωση που χρειάσθηκαν 20 χρόνια για να την ξανασκεφτούν.
Στην εφημερίδα λοιπόν ήταν αρχισυντάκτης ενός section, κάποιος τύπος με τον οποίον είχαμε κοινή φίλη, την αγαπημένη μου κολλητή, Δέσποινα.
Σήμερα δουλευει στο “ΒΗΜΑ”.
Ο Νίκος Τσιπλάκος.
Ετσι είχαμε μια καλημέρα παραπάνω. Ωραία καλημέρα όμως… γιατί ο Νίκος είναι απο εκείνους τους ανθρώπους, που νιώθεις αναπαυτικά δίπλα του… Δωσε μου εμένα ξάπλα και ανάπαυση και πάρε μου την ψυχή.
Ο Τσιπλάκος εργάζεται στην ύλη της εφημερίδας.
Κατασκευάζει δηλαδή την εφημερίδα. Την προσέχει. Την φροντίζει και το πιο βασικό κάνει δημοσιογραφία, τις παπαριές που του στέλνουν οι … υπογραφές. Και αν πάθουν μαλάκυνση ταυτοχρόνως όλοι οι ρεπόρτερ της εφημερίδας, ο Νίκος θα την γράψει μόνος του.
Μια μέρα λοιπόν, εκεί που καθόμουνα στο γραφείο του και λεγαμε κάτι μεταξύ νέας τεχνολογίας και της γκομενάρας απέναντι, μου λέει χωρίς να αλλάξει τόνο…
-Βλακείες έγραψες χθές.
Δεν μου αρέσει να μου κάνουν κριτική στη δουλειά μου, και όποιος σ’ αυτο το επάγγελμα (κι όχι μόνο) σας πει ότι του αρέσει, έχει πάθει εγκεφαλικό και το κρύβει.
Αυτός ο άνθρωπος όμως είχε μια ειδική σχέση με τα κείμενα. Δυο λεπτά δίπλα του να καθόσουν το καταλάβαινες. Δεν ήταν απλώς γι’ αυτονανε μερικές εκατοντάδες ή δεκάδες λέξεις… ήταν αυτό που θα διάβαζε αυριο ο κόσμος.
Ηταν σαν την μαγείρισα, που δοκιμάζει και ξέρει τί είναι αυτο που λείπει από το φαγητό ή τί είναι αυτο που έχει πολύ…
Ηταν η σχέση του με τον γραπτό λόγο.
Αργότερα βρέθηκα σπίτι του 1-2 φορές που μας μαγείρεψε. Δεν εντυπωσιάστηκα τόσο από την μαγειρική του (η μάνα μου λέει: πώς το φαγητό θέλει αγάπη κι όχι ταχύτητα!), ούτε από την βιβλιοθήκη του που ήταν σχεδόν παντού, αλλά από τον τρόπο που ακούμπαγε τα βιβλία. Σαν να διάβαζε με την αφή… ή καλύτερα: με όλο το σώμα… σαν τα νοήματα και οι ιστορίες να μπαίνανε από τις παλάμες του… και μετά το σπουδαίο ήταν, που σου έλεγε για το βιβλίο… σαν το μαέστρο, που ξεχωρίζει από την πρώτη νότα το ταλέντο.
Μου άρεσε που για να σου μιλήσει για ένα βιβλίο, το’βγαζε από τη θέση τους και έχοντας το στα χέρια μίλαγε γι’ αυτο…
Είναι λοιπόν ένα άτυπο στοίχημα με τον εαυτό σου, να δώσεις κείμενο προς δημοσίευση στον Τσιπλάκο… Δεν είναι δύσκολο να περάσει… είναι δύσκολο να του αρέσει….
Ετσι όταν μου είπε: “Βλακείες έγραψες χθές…” εξ ενστίκτου (και παρατηρητικότητας) τον άκουσα προσεκτικά.
Κι αυτός σαν τον Ιάσονα Μοσχοβίτη, δεν μου είπε πολλά, που θα σήκωναν τις άμυνες μου… μου είπε λίγα, φιλικά, με συναδελφική διάθεση και υποθέτω επειδή με συμπαθησε.
Δεν το ξέρει, γιατί δεν του το’χω πει…. οπως δεν το’χω πει και σε έναν άλλον φίλο-δάσκαλο, τον Μίμη Κουμπιά, που μου’δωσε την ευκαιρία 20 χρόνια πριν, να γράψω (όχι οικονομικό) χρονογράφημα σε οικονομική εφημερίδα (το ΚΕΡΔΟΣ)…. ότι πήρα πολύ θάρρος και από τους δυό τους.
Θάρρος που χρειάστηκα αργότερα.
Πολλές φορές μάλιστα, όταν πολέμησα για να μην αλλάξω άποψη για τη δουλειά. Πατούσα κάπου, άρα μπορούσα…

Πριν απο μερικές μέρες, είμαι θυμωμένος, στενεχωρημένος, πιεσμένος, εχω ξυπνήσει ανάποδα, όλα μου φταίνε. KAI EXΩ ΚΑΙ ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΟΟΟΟΟΟ!
Ντιιιιιπ…ντιιιιιιιπ ένα SMS.
Aπό τον Νίκο Τσιπλάκο.
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΟΥ
Αναφέρεται σε κάποιο post μου.

Καλέ, πού πήγε ο πονοκέφαλος;

29.8.06

Ο ασταματητος Αλι!


Μια ζωή μάζευα ρολόγια.
Επειδή ο χρόνος+εγώ δεν είμαστε κολλητοί, σκέφτηκα -από τότε που ήμουν πιτσιρικάς -να τον προσεγγίσω (τον χρόνο) μαζεύοντας ρολό
για.
Δεν πήγε όμως καλά το πράγμα.

Πάντα κάτι γινότανε
και η συλλογή μου... εξαφανιζόταν.
H πρώτη σοβαρή προσπάθεια έγινε πριν από 12-13 χρόνια. Είχα αρχίσει από χρόνια να αγοράζω Swatch, από τότε που τα πουλούσανε ακόμα στα σούπερ μάρκετ.
Θα’χα καμμιά 60αριά, όταν έμπλεξα με μια γυναίκα, που γουστάριζε και αυτή ρολόγια... Να μην σας τα πολυλογώ κάποτε βρεθήκαμε με περισσότερα από.... 900!
Τα είχαμε τοποθετήσει μέσα σε συρτάρια και σκεφτόμαστε να τα βάλουμε σε βιτρίνες. Τελικά ο Θεός μας φύλαξε και χωρίσαμε πριν την βιτρίνα. Οταν όμως φτάσαμε στην μοιρασιά των πραγμάτων, υψώθηκε το μεγάλο πρόβλημα της συλλογής.
-450 εσύ και 450 εγώ, μου πρότεινε.
Οποιος έχει μαζέψει έστω και χαρτοπετσέτες ξέρει πολύ καλά, ότι μισή συλλογή, δεν λέει τίποτα. Μου’χε πει και η μαμά μου «παιδί μου, να είσαι ανώτερός ε
σύ!» κι επειδή εγώ ακούω πάντα τη μαμά μου, το 'παιξα large και αποποιηθηκα της μισής συλλογής ... δηλαδή την παράτησα ολάκερη..
Κράτησα μόνο καμμιά 40αριά (διπλά) τα οποία και χαρίζω σε όποιον κι όποιαν συμπαθήσω. Το τελευταίο το’δωσα πριν από καμμιά εβδομάδα σε μια φίλη μου, που εκείνο το βράδυ είχε ξεχάσει να φορέσει ρολόι και είχε άγχος.

Κάτι σαν τον Ιμπν Σαούντ (ίσως τον θυμούνται μερικοί) που χάριζε (χρυσά ROLEX) ρολόγια στα Αστέρια της Γλυφάδας κάθε φορά που έρχοταν (καθε τρις και λίγο δηλαδή) με το χαρέμι του (το πώς τους ζηλεύω αυτούς τους χαρεμιτζήδες, δεν λέγεται!)
Πριν απο καμμιά 5ετία, την είδα με τα ρολόγια τοίχου.

Πολύ μοντέρνα, πολύ
hi tech, κλάσσικά, φηφιακά, με μεγθυντικό φακό, προβαλόμενα στον τοιχο, ακτινωτά, κουζίνας,με ηλεκτρονικό εκρεμές, ρολόγια-τζαμιά με μουεζίνι αντί για alarm.... και έναν κούκο, που είχα αγοράσει για πάρτη του εξτρα σακ φουαγιάζ για να τον φέρω από την Βαυαρία.

Και ξαφνικά ο χρόνος σταμάτησε.

Μόλις αλλαξε η ζωή μου, σταμάτησαν τα ρολόγια.
Το ένα μετά το άλλο.
Σπάσανε μερικά, σταμάτησαν άλλα τόσα, το ρολόι-
projector χάλασε και εγώ ο ίδιος κατέστρεψα τον αγαπημένο μου κούκο, τραβώντας με δύναμη τις αλυσίδες του με τα βεριά κουκουνάρια.
Το μόνο που δουλεύει, είναι ένα που μου’φερε πέρισυ η Λίλυ από την Τεχεράνη (όπου είχε πάει για … ορειβασία στα όρη και τα βουνά του Ιράν ) και είναι ένα ρολόϊ τοίχου που απεικονίζει τον Αλή. (τον θρησκευτικο-ταδε μωρέ!)
Πολύ με έχει πειράξει που δεν δούλευαν τα ρολόγια μου.

Για μια ακόμη φορά η συλλογή μου χανόταν.
Ο χρόνος μου βγαζε την γλώσσα.
Μπορεί να του την βγάζω κι εγώ... δεν ξέρω.

Σήμερα λοιπόν έβγαλα από το αριστερό μου καρπο το αγαπημένο μου ρολόι, για κάποιον αδιάφορο λόγο. Ενα μαύρο Swatch , με βυθόμετρα, χρονόμετρα και αλλες τέτοιες άχρηστες παπαριές (ίσως να είναι χρήσιμο για την Λίλυ την επόμενη φορά που θα πάει για περίπατο στο Θιβέτ –πάντα ήθελα ένα ρολόϊ με τον φίλο μου τον Δαλάϊ, που είναι cool τύπος, και έχω την αίσθηση ότι δουλεύει κανονικά την υφήλιο.)
Αυτό το ρολόϊ μου το’χε χαρίσει πριν απο χρόνια ένα πολύ αγαπημένο μο
υ πρόσωπο. Αρνιόμουν να το βγάλω από το χέρι μου. Πέρασαν τόσα ρολόγια, αλλά κανένα δεν άντεξε πάνω απο 2-3 μέρες στον καρπό μου.

Το ζύγισα στο χέρι μου.
Το κοίταξα.
Καταταλαιπωρημένο, αλλά πανέμοφο.

Αυτο το ρολόϊ ήταν η απαρχή μιας υπέροχης ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα και η αιτία μιας κατάρας, που δεν μπόρεσα να ξεπεράσω.

Το άφησα στο γραφείο μου.

Ετριψα τον καρπό μου.

Το ξανακοίταξα.

Οι δείκτες του συνέχιζαν το γύρω-γυρω 360μοίρες.

Πήρα ένα νόμισμα και του ξεκοίλιασα την μπαταρία.

Ανοιξατο συρτάρι μου και έψαξα για κανένα απομεινάρι της παλιάς συλλογής. Τίποτα... ήμουν έτοιμος να το κλείσω όταν παρατηρησα ότι στο βάθος μου χαμογελούσε ένα γαλαζωπό
λουράκι, κάτω από κάτι αποδείξεις.

Ενα ρολόι, που μου είχαν χαρίσει, από την εποχή της Ολυμπιάδας.
Το’χα ξεχάσει.
Του’βαλα την μπαταρία του μαύρου και το κούμπωσα στο χέρι μου.

Καλέ, πού πήγε το μαύρο ρολόϊ;
Εφαγα τον κόσμο να βρω το παλιό μου αγαπημένο ρολόϊ για να το βάλω στο συρτάρι.
Τζίφος.

Πουθενά, λες και άνοιξε η γη.

Ο χρόνος μου κάνει άσεμνες χειρονομίες.
Ο καινούργιος μου χρόνος τρέχει στο «καινούργιο» μου ρολόι με την μπαταρία του παλιού.
Ο Αλή (στο ρολόϊ της Λίλυς) με
κοιτάζει υπεροπτικά.